Το Ασταμάτητο Ευαγγέλιο

Πράξεις 5:12-42

Πράξεις 5:12-42
12Και πολλά σημεία και τέρατα γίνονταν μέσα στον λαό διαμέσου των χεριών των αποστόλων· και ήσαν όλοι ως μια ψυχή μέσα στη στοά τού Σολομώντα.
13Από δε τους υπόλοιπους δεν τολμούσε κανένας να προσκολληθεί σ' αυτούς· ο λαός, όμως, τους μεγάλυνε.
14Και [όλο και] περισσότερο προσθέτονταν αυτοί που πίστευαν στον Κύριο, πλήθη και ανδρών και γυναικών,
15ώστε έφερναν έξω στις πλατείες τούς ασθενείς, και τους έβαζαν σε κλίνες και κρεβάτια, για να επισκιάσει έστω κάποιον απ' αυτούς η σκιά τού Πέτρου, καθώς ερχόταν.
16Συγκεντρωνόταν δε και ένα πλήθος από τις πόλεις γύρω από την Ιερουσαλήμ, φέρνοντας ασθενείς και εκείνους που ενοχλούνταν από ακάθαρτα πνεύματα· οι οποίοι όλοι θεραπεύονταν.
17Κι αφού σηκώθηκε ο αρχιερέας και όλοι όσοι ήσαν μαζί του, οι οποίοι ήσαν η αίρεση των Σαδδουκαίων, γέμισαν από ζηλοτυπία·
18και έβαλαν τα χέρια τους επάνω στους αποστόλους, και τους έβαλαν σε δημόσια φυλακή.
19Όμως, άγγελος του Κυρίου κατά τη νύχτα άνοιξε τις θύρες τής φυλακής, και αφού τους έβγαλε έξω, είπε:
20Πηγαίνετε, και καθώς θα σταθείτε, μιλάτε προς τον λαό μέσα στο ιερό όλα τα λόγια αυτής τής ζωής.
21Όταν δε [το] άκουσαν, μπήκαν την αυγή στο ιερό, και δίδασκαν. Και καθώς ήρθε ο αρχιερέας, και εκείνοι που ήσαν μαζί του, συγκάλεσαν το συνέδριο και ολόκληρη τη γερουσία των γιων τού Ισραήλ, και έστειλαν στο δεσμωτήριο, για να τους φέρουν.
22Όταν δε οι υπηρέτες ήρθαν, δεν τους βρήκαν στη φυλακή· και αφού επέστρεψαν, ανήγγειλαν,
23λέγοντας ότι: Το μεν δεσμωτήριο [το] βρήκαμε κλεισμένο με κάθε ασφάλεια, και τους φύλακες να στέκονται έξω, μπροστά από τις θύρες· ανοίγοντας, όμως, δεν βρήκαμε μέσα κανέναν.
24Και καθώς άκουσαν αυτά [τα] λόγια και ο ιερέας και ο στρατηγός τού ιερού και οι αρχιερείς, ήσαν σε απορία γι' αυτούς, σε τι επρόκειτο αυτό να καταλήξει.
25Και καθώς ήρθε κάποιος ανήγγειλε σ' αυτούς, λέγοντας, ότι: Δέστε, οι άνθρωποι, που τους είχατε βάλει στη φυλακή, στέκονται μέσα στο ιερό και διδάσκουν τον λαό.
26Τότε, πήγε ο στρατηγός μαζί με τους υπηρέτες, και τους έφερε, όχι με βία· επειδή, φοβόνταν τον λαό να μη λιθοβοληθούν.
27Και όταν τους έφεραν, τους έστησαν μέσα στο συνέδριο· και ο αρχιερέας τούς ρώτησε,
28λέγοντας: Δεν σας παραγγείλαμε ρητά να μη διδάσκετε σε τούτο το όνομα; Και δέστε, γεμίσατε την Ιερουσαλήμ από τη διδασκαλία σας, και θέλετε να φέρετε επάνω μας το αίμα αυτού τού ανθρώπου.
29Και αποκρινόμενος ο Πέτρος και οι απόστολοι, είπαν: Πρέπει να πειθαρχούμε στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους.
30Ο Θεός των πατέρων μας ανέστησε τον Ιησού, που εσείς θανατώσατε, αφού τον κρεμάσατε επάνω σε ξύλο.
31Αυτόν, ο Θεός τον ύψωσε με το δεξί του [χέρι], αρχηγό και σωτήρα, για να δώσει μετάνοια στον Ισραήλ και άφεση αμαρτιών.
32Και εμείς είμαστε μάρτυρές του για τούτα τα λόγια, κι ακόμα το Άγιο Πνεύμα, που ο Θεός έδωσε σε όσους πειθαρχούν σ' αυτόν.
33Και εκείνοι ακούγοντας έτριζαν τα δόντια, και ήθελαν να τους θανατώσουν.
34Και κάποιος Φαρισαίος, με το όνομα Γαμαλιήλ, δάσκαλος του νόμου, που τον τιμούσε ολόκληρος ο λαός, καθώς σηκώθηκε στο συνέδριο, πρόσταξε να βγάλουν έξω για λίγη ώρα τους αποστόλους,
35και είπε σ' αυτούς: Άνδρες Ισραηλίτες, προσέχετε στον εαυτό σας για τούτους τούς ανθρώπους, τι πρόκειται να κάνετε.
36Επειδή, πριν από τις ημέρες αυτές, σηκώθηκε ο Θευδάς, λέγοντας τον εαυτό του ότι είναι κάποιος [μεγάλος], στον οποίο προσκολλήθηκε ένας αριθμός από άνδρες μέχρι 400· ο οποίος φονεύθηκε, [και] όλοι όσοι πείθονταν σ' αυτόν διαλύθηκαν, και κατάντησαν σε ένα τίποτε.
37Ύστερα απ' αυτόν, σηκώθηκε ο Ιούδας ο Γαλιλαίος, κατά τις ημέρες τής απογραφής, και έσυρε πίσω του αρκετόν λαό· και εκείνος απολέστηκε, και όλοι όσοι πείθονταν σ' αυτόν διασκορπίστηκαν.
38Και τώρα σας λέω, να απέχετε από τους ανθρώπους αυτούς, και να τους αφήσετε· επειδή, αν η βουλή αυτή ή το έργο τούτο είναι από ανθρώπους, θα ματαιωθεί·
39αν, όμως, είναι από τον Θεό, δεν μπορείτε να το ματαιώσετε, [και προσέχετε] μη βρεθείτε και θεομάχοι.
40Και πείστηκαν σ' αυτόν· και αφού προσκάλεσαν τους αποστόλους, τους έδειραν και τους παρήγγειλαν να μη μιλούν στο όνομα του Ιησού, και τους απέλυσαν.
41Εκείνοι, λοιπόν, αναχωρούσαν μπροστά από το συνέδριο με χαρά, επειδή χάρη τού ονόματός του αξιώθηκαν να ατιμαστούν.
42Και καθημερινά, μέσα στο ιερό και κατ' οίκον, δεν έπαυαν να διδάσκουν και να ευαγγελίζονται τον Ιησού Χριστό.