Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36

Αριθμοί Κεφ. 22

1 ΚΑΙ οι γιοι Ισραήλ, αφού σηκώθηκαν, στρατοπέδευσαν στις πεδιάδες τού Μωάβ, κοντά στον Ιορδάνη, κατάντικρυ στην Ιεριχώ.

2 Και ο Βαλάκ, ο γιος τού Σεπφώρ, είδε όλα όσα έκανε ο Ισραήλ στους Αμορραίους.

3 Και ο Μωάβ φοβήθηκε υπερβολικά τον λαό, επειδή, ήσαν πολλοί· και ο Μωάβ ήταν σε αμηχανία εξαιτίας των γιων Ισραήλ.

4 Και ο Μωάβ είπε στους πρεσβύτερους του Μαδιάμ: Τώρα, αυτό το πλήθος θα καταφάει όλα τα μέρη ολόγυρά μας, όπως το βόδι κατατρώει το χορτάρι τής πεδιάδας.Και ο Βαλάκ, ο γιος τού Σεπφώρ, [ήταν] βασιλιάς των Μωαβιτών εκείνο τον καιρό.

5 Και έστειλε πρέσβεις στον Βαλαάμ, τον γιο τού Βεώρ, στη Φεθορά, που βρίσκεται κοντά στον ποταμό τής γης των γιων τού λαού του, για να τον προσκαλέσει, λέγοντας: Δες, ένας λαός βγήκε από την Αίγυπτο· δες, σκεπάζει ολόγυρα το πρόσωπο της γης, και κάθεται απέναντί μου·

6 τώρα, λοιπόν, έλα, σε παρακαλώ, να μου καταραστείς αυτόν τον λαό, επειδή, είναι δυνατότερός μου· ίσως υπερισχύσω, να τους πατάξουμε, και να τους διώξω δΞΩ από τη γη· επειδή, ξέρω ότι όποιον ευλογήσεις [είναι] ευλογημένος, και όποιον καταραστείς είναι σ καταραμένος.

7 Και πήγαν οι πρεσβύτεροι του Μωάβ και οι πρεσβύτεροι του Μαδιάμ, φέρνοντας τα δώρα τής μαντείας στα χέρια τους· και ήρθαν στον Βαλαάμ, και του είπαν τα λόγια τού Βαλάκ.

8 Κι εκείνος τούς είπε: Μείνετε εδώ αυτή τη νύχτα, και θα σας απαντήσω ό,τι ο Κύριος μιλήσει σε μένα. Και έμειναν μαζί με τον Βαλαάμ οι άρχοντες του Μωάβ.

9 Και ο Θεός ήρθε στον Βαλαάμ, και του είπε: Τι [θέλουν] αυτοί οι άνθρωποι μαζί σου;

10 Και ο Βαλαάμ είπε στον Θεό: Ο Βαλάκ, ο γιος τού Σεπφώρ, ο βασιλιάς τού Μωάβ, τους έστειλε σε μένα, [λέγοντας]:

11 Δες, ένας λαός βγήκε από την Αίγυπτο, και κατασκέπασε το πρόσωπο της γης· έλα, τώρα, να μου τον καταραστείς· ίσως υπερισχύσω να τον νικήσω, και να τον εκδιώξω.

12 Και ο Θεός είπε στον Βαλαάμ: Μη πας μαζί τους· μη καταραστείς τον λαό, επειδή είναι ευλογημένος.

13 Και αφού ο Βαλαάμ σηκώθηκε την αυγή, είπε στους άρχοντες του Βαλάκ: Πηγαίνετε στη γη σας· επειδή, ο Κύριος δεν μου επιτρέπει νάρθω μαζί σας.

14 Και αφού οι άρχοντες του Μωάβ σηκώθηκαν, ήρθαν στον Βαλάκ, και του είπαν: Ο Βαλαάμ δεν θέλει νάρθει μαζί μας.

15 Και ο Βαλάκ έστειλε ξανά άρχοντες, περισσότερους και εντιμότερους απ’ αυτούς·

16 και ήρθαν στον Βαλαάμ, και του είπαν: Έτσι λέει ο Βαλάκ, ο γιος τού Σεπφώρ, Μη εμποδιστείς, σε παρακαλώ, νάρθεις σε μένα·

17 επειδή, θα σε τιμήσω με μεγάλες τιμές, και θα κάνω κάθε τι που θα μου πεις· έλα, λοιπόν, παρακαλώ, να μου καταραστείς αυτόν τον λαό.

18 Και ο Βαλαάμ απάντησε, και είπε στους δούλους τού Βαλάκ, και αν ο Βαλάκ μού δώσει το σπίτι του γεμάτο από ασήμι και χρυσάφι, δεν μπορώ να παραβώ τον λόγο τού Κυρίου τού Θεού μου, για να κάνω κάτι λιγότερο ή περισσότερο·

19 γι’ αυτό, μείνετε, παρακαλώ, κι εσείς εδώ αυτή τη νύχτα, για να δω τι ακόμα θα μου πει ο Κύριος.

20 Και ήρθε ο Θεός στον Βαλαάμ τη νύχτα, και του είπε: Αν έρθουν οι άνθρωποι αυτοί να σε καλέσουν, μόλις σηκωθείς, πήγαινε μαζί τους· όμως, ό,τι σου πω, αυτό θα κάνεις.

21 Και ο Βαλαάμ σηκώθηκε το πρωί, και σαμάρωσε το γαϊδούρι του, και πήγε μαζί με τους άρχοντες του Μωάβ.

22 Και άναψε η οργή τού Θεού ότι πήγε· και ένας άγγελος του Κυρίου στάθηκε στον δρόμο του, [μπροστά του], για να του εναντιωθεί· κι αυτός καθόταν επάνω στο γαϊδούρι του, και ήσαν μαζί του δύο δούλοι·

23 και όταν το γαϊδούρι είδε τον άγγελο του Κυρίου να στέκεται στον δρόμο, και τη ρομφαία του γυμνωμένη στο χέρι του, το γαϊδούρι παρεξέκλινε από τον δρόμο και πήγαινε προς την πεδιάδα· και ο Βαλαάμ χτύπησε το γαϊδούρι για να το επαναφέρει στον δρόμο.

24 Αλλά ο άγγελος του Κυρίου στάθηκε σ’ έναν στενό δρόμο των αμπελώνων, [όπου ήταν] φραγμός από εδώ και φραγμός από εκεί·

25 και το γαϊδούρι, βλέποντας τον άγγελο του Κυρίου, πιέστηκε προς τον τοίχο, και συμπίεσε το πόδι τού Βαλαάμ στον τοίχο· κι αυτός το χτύπησε ξανά.

26 Και ο άγγελος του Κυρίου πήγε παραμπρός, και στάθηκε σε έναν στενό τόπο, όπου δεν υπήρχε δρόμος να παρεκκλίνει δεξιά ή αριστερά·

27 και το γαϊδούρι βλέποντας τον άγγελο του Κυρίου, συγκάθησε κάτω από τον Βαλαάμ· και καθώς ο Βαλαάμ θύμωσε, χτύπησε το γαϊδούρι με τη ράβδο.

28 Και ο Κύριος άνοιξε το στόμα τού γαϊδουριού· και είπε στον Βαλαάμ: Τι σου έκανα και με χτύπησες [για] τρίτη φορά τώρα;

29 Και ο Βαλαάμ είπε στο γαϊδούρι: Επειδή, με ενέπαιξες· είθε να είχα μάχαιρα στο χέρι μου, επειδή, τώρα θα σε θανάτωνα.

30 Και το γαϊδούρι είπε στον Βαλαάμ: Δεν είμαι εγώ το γαϊδούρι σου, επάνω στο οποίο καθόσουν από την εποχή που με έχεις, μέχρι την ημέρα αυτή; Ήμουν ποτέ συνηθισμένο να κάνω έτσι σε σένα; Κι εκείνος είπε: Όχι.

31 Και ο Κύριος άνοιξε τα μάτια τού Βαλαάμ, και είδε τον άγγελο του Κυρίου να στέκεται στον δρόμο, και να έχει στο χέρι του τη ρομφαία του γυμνωμένη· και αφού έσκυψε, προσκύνησε με το πρόσωπό του προς τη γη.

32 Και ο άγγελος του Κυρίου τού είπε: Γιατί χτύπησες το γαϊδούρι σου, [για] τρίτη φορά τώρα; Δες, εγώ βγήκα για να [σου] εναντιωθώ, επειδή, ο δρόμος [σου] μπροστά μου είναι διεστραμμένος·

33 και το γαϊδούρι βλέποντάς με παρεξέκλινε από μένα [για] τρίτη φορά τώρα· διαφορετικά, αν δεν είχε παρεκκλίνει από μένα, τώρα εσένα μεν θα [σε] φόνευα, εκείνο όμως θα [το] άφηνα ζωντανό.

34 Και ο Βαλαάμ είπε στον άγγελο του Κυρίου: Αμάρτησα· επειδή, δεν ήξερα ότι έστεκες εσύ στον δρόμο εναντίον μου· γι’ αυτό, τώρα, αν δεν είναι σε σένα αρεστό, επιστρέφω.

35 Και ο άγγελος του Κυρίου είπε στον Βαλαάμ: Πήγαινε μαζί με τους ανθρώπους· όμως, ό,τι θα σου πω, αυτό θα μιλήσεις. Και ο Βαλαάμ πήγε μαζί με τους άρχοντες του Βαλάκ.

36 Και καθώς ο Βαλάκ άκουσε ότι ερχόταν ο Βαλαάμ, βγήκε να τον προϋπαντήσει, μέχρι σε κάποια πόλη τού Μωάβ, που βρίσκεται στα όρια του Αρνών, που [είναι] το τελευταίο όριο.

37 Και ο Βαλάκ είπε στον Βαλαάμ: Δεν έστειλα σε σένα να σε καλέσω με βιασύνη; Γιατί δεν ήρθες σε μένα; Μήπως δεν είμαι ικανός να σε τιμήσω;

38 Και ο Βαλαάμ είπε στον Βαλάκ: Να, ήρθα σε σένα· έχω, μήπως, τώρα τη δύναμη να μιλήσω κάτι; Όποιον λόγο βάλει ο Θεός στο στόμα μου, αυτόν θα μιλήσω.

39 Και πήγε ο Βαλαάμ μαζί με τον Βαλάκ, και ήρθαν στην Κιριάθ-ουζώθ.

40 Και ο Βαλάκ θυσίασε βόδια και πρόβατα, και έστειλε [απ’ αυτά] στον Βαλαάμ, και στους άρχοντες, που [ήσαν] μαζί του.

41 Και το πρωί ο Βαλάκ πήρε τον Βαλαάμ, και τον ανέβασε επάνω στους ψηλούς τόπους τού Βάαλ, και από εκεί είδε την άκρη τού λαού.