Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34

Δευτερονόμιο Κεφ. 15

1 ΚΑΙ στο τέλος τού έβδομου χρόνου θα κάνεις άφεση.

2 Κι αυτός [είναι] ο νόμος τής άφεσης: Κάθε δανειστής, που δάνεισε [κάτι] στον πλησίον του, θα το αφήσει· δεν θα [το] απαιτεί από τον πλησίον του ή από τον αδελφό του· επειδή, αυτό ονομάζεται άφεση του Κυρίου.

3 Από τον ξένο μπορείς να [το] απαιτήσεις· ό,τι, όμως, από τα δικά σου έχει ο αδελφός σου, το χέρι σου θα [το] αφήνει·

4 για να μη υπάρχει αναμεταξύ σας φτωχός· επειδή, ο Κύριος θα σε ευλογήσει πολύ στη γη, που ο Κύριος ο Θεός σου δίνει σε σένα για κληρονομιά, για να την εξουσιάζεις·

5 αν μόνον ακούς με επιμέλεια τη φωνή τού Κυρίου του Θεού σου, για να προσέχεις να κάνεις όλες αυτές τις εντολές, που εγώ σήμερα σε προστάζω.

6 Επειδή, ο Κύριος ο Θεός σου θα σε ευλογήσει, καθώς σου υποσχέθηκε· και θα δανείζεις σε πολλά έθνη, εσύ, όμως, δεν θα δανείζεσαι· και θα βασιλεύεις επάνω σε πολλά έθνη· επάνω σε σένα, όμως, δεν θα βασιλεύουν.

7 Αν υπάρχει ανάμεσά σου φτωχός από τους αδελφούς σου, μέσα σε κάποια από τις πύλες σου, μέσα στη γη σου, που ο Κύριος ο Θεός σου δίνει σε σένα, δεν θα σκληρύνεις την καρδιά σου ούτε θα κλείσεις το χέρι σου από τον φτωχό αδελφό σου·

8 αλλά, θα ανοίξεις εξάπαντος το χέρι σου σ’ αυτόν, και εξάπαντος θα του δανείσεις αρκετά για την ανάγκη του, [σε] ό,τι χρειάζεται.

9 Πρόσεχε τον εαυτό σου, μήπως ανέβει στην καρδιά σου κάποιος κακός στοχασμός και πεις: Πλησιάζει ο έβδομος χρόνος, ο χρόνος τής άφεσης· και το μάτι σου πονηρευτεί ενάντια στον φτωχό αδελφό σου, και δεν του δώσεις, και βοήσει στον Κύριο εναντίον σου, κι αυτό γίνει σε σένα αμαρτία.

10 Εξάπαντος θα του δώσεις, και η καρδιά σου δεν θα πονηρευτεί, όταν του δίνεις· επειδή, γι’ αυτό θα σε ευλογεί ο Κύριος ο Θεός σου σε όλα τα έργα σου, και σε όλες τις επιχειρήσεις σου.

11 Επειδή, δεν θα λείψει φτωχός μέσα από τη γη [σου]· γι’ αυτό, εγώ σε προστάζω, τα εξής: Θα ανοίγεις οπωσδήποτε το χέρι σου προς τον αδελφό σου, προς τον φτωχό σου, και προς τον ενδεή σου, στη γη σου.

12 Αν ο αδελφός σου, Εβραίος ή Εβραία, πουληθεί σε σένα, θα σε δουλέψει έξι χρόνια, και τον έβδομο χρόνο θα τον εξαποστείλεις ελεύθερο από σένα.

13 Και όταν τον εξαποστείλεις ελεύθερο από σένα, δεν θα τον εξαποστείλεις αδειανόν·

14 θα τον εφοδιάσεις οπωσδήποτε από τα πρόβατά σου, και από το αλώνι σου, και από τον ληνό σου· [από] ό,τι ο Κύριος ο Θεός σου σε ευλόγησε, θα δώσεις σ’ αυτόν.

15 Και θα θυμηθείς ότι στάθηκες δούλος στη γη της Αιγύπτου, και ο Κύριος ο Θεός σου σε λύτρωσε· γι’ αυτό κι εγώ σε προστάζω σήμερα αυτό το πράγμα.

16 Αλλ’ αν σου πει: Δεν φεύγω από σένα· επειδή, αγάπησε εσένα και την οικογένειά σου, επειδή, ευτυχεί μαζί σου·

17 τότε, θα πάρεις ένα τρυπητήρι, και θα τρυπήσεις το αυτί του, κοντά στη θύρα, και θα είναι παντοτινός σου δούλος· και στη δούλη σου θα κάνεις το ίδιο.

18 Δεν θα σου φανεί σκληρό, όταν τον εξαποστείλεις ελεύθερο από σένα· επειδή, σε δούλεψε το διπλάσιο από μισθωτόν δούλο, έξι χρόνια· και ο Κύριος ο Θεός σου θα σε ευλογεί σε κάθε τι που κάνεις.

19 Όλα τα πρωτότοκα, όσα γεννιούνται από τα βόδια σου και από τα πρόβατά σου, τα αρσενικά, θα τα αφιερώνεις στον Κύριο τον Θεό σου· δεν θα μεταχειριστείς το πρωτότοκο μοσχάρι σου για εργασία ούτε θα κουρέψεις το πρωτότοκο από τα πρόβατά σου.

20 Μπροστά στον Κύριο τον Θεό σου θα το τρως κάθε χρόνο, εσύ και η οικογένειά σου, στον τόπο που ο Κύριος θα εκλέξει.

21 Και αν έχει κάποιο ψεγάδι, [αν είναι] χωλό ή τυφλό ή έχει κάποιο κακό ψεγάδι, δεν θα το θυσιάσεις στον Κύριο τον Θεό σου.

22 Μέσα στις πύλες σου θα το τρως· ο ακάθαρτος και ο καθαρός, εξίσου, όπως τη δορκάδα και όπως το ελάφι.

23 Μόνον το αίμα του δεν θα φας· επάνω στη γη θα το χύσεις σαν νερό.