Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21

Κριτές Κεφ. 16

1 ΚΑΙ ο Σαμψών πήγε στη Γάζα, και εκεί είδε μια γυναίκα πόρνη, και μπήκε μέσα σ’ αυτή.

2 Και ανήγγειλαν στους Γαζαίους, λέγοντας: Ο Σαμψών ήρθε εδώ. Κι αυτοί, αφού τον περικύκλωσαν, τον παραφύλαγαν όλη τη νύχτα στην πύλη τής πόλης· και έμεναν ήσυχοι όλη τη νύχτα, λέγοντας: Ας περιμένουμε μέχρι την αυγή τού πρωινού, και θα τον φονεύσουμε.

3 Ο Σαμψών, όμως, κοιμήθηκε μέχρι τα μεσάνυχτα· και γύρω στα μεσάνυχτα, αφού σηκώθηκε, έπιασε τις θύρες τής πύλης τής πόλης, και τους δύο παραστάτες, και αφού τις απέσπασε μαζί με τον μοχλό, τις έβαλε επάνω στους ώμους του, και τις ανέβασε επάνω στην κορυφή τού βουνού, που είναι απέναντι από τη Χεβρών.

4 Και ύστερα απ’ αυτά αγάπησε κάποια γυναίκα στην κοιλάδα Σωρήκ, που το όνομά της ήταν Δαλιδά.

5 Και ανέβηκαν σ’ αυτήν οι άρχοντες των Φιλισταίων, και της είπαν: Κολάκευσέ τον, και δες σε τι στηρίζεται η μεγάλη του δύναμη, και με ποιον τρόπο μπορούμε να υπερισχύσουμε εναντίον του, ώστε να τον δέσουμε, για να τον δαμάσουμε· κι εμείς, ο καθένας μας, θα σου δώσουμε 1.100 αργύρια.

6 Και η Δαλιδά είπε στον Σαμψών: Φανέρωσέ μου, παρακαλώ, σε τι στηρίζεται η δύναμή σου η μεγάλη, και με τι θα σε έδεναν για να δαμαστείς.

7 Και ο Σαμψών τής είπε: Αν με δέσουν με επτά υγρές χορδές, που δεν ξεράθηκαν, τότε θα αδυνατήσω, και θα είμαι σαν ένας από τους άλλους ανθρώπους.

8 Τότε, οι άρχοντες των Φιλισταίων τής έφεραν επτά υγρές χορδές, που δεν είχαν ξεραθεί, και τον έδεσε μ’ αυτές.

9 (Ενέδρευαν μάλιστα άνθρωποι, που κάθονταν μαζί της στον κοιτώνα). Και είπε σ’ αυτόν: Οι Φιλισταίοι επάνω σου, Σαμψών. Κι εκείνος έκοψε τις χορδές, σαν να κοβόταν ένα νήμα από στουπί, όταν μυριστεί τη φωτιά. Και δεν έγινε γνωστή η δύναμή του.

10 Και η Δαλιδά είπε στον Σαμψών: Δες, με γέλασες, και μου είπες ψέματα· πες μου, λοιπόν, παρακαλώ, με τι θα σε έδεναν.

11 Και της είπε: Αν με δέσουν δυνατά με καινούργια σχοινιά, με τα οποία δεν έχει γίνει εργασία, τότε θα αδυνατήσω, και θα είμαι σαν ένας από τους άλλους ανθρώπους.

12 Πήρε, λοιπόν, η Δαλιδά καινούργια σχοινιά, και τον έδεσε μ’ αυτά, και του είπε: Οι Φιλισταίοι επάνω σου, Σαμψών. (Ενέδρευαν μάλιστα άνθρωποι, που κάθονταν στον κοιτώνα). Και τα έκοψε από τους βραχίονές του σαν νήμα.

13 Και η Δαλιδά είπε στον Σαμψών: Μέχρι τώρα με γέλασες, και μου είπες ψέματα· πες μου, με τι θα σε έδεναν. Και της είπε: Αν πλέξεις τους επτά πλοκάμους του κεφαλιού μου και τους δέσεις γερά με ύφασμα.

14 Κι αυτή τούς έδεσε στερεά σε πάσσαλο· και του είπε: Οι Φιλισταίοι επάνω σου, Σαμψών. Και ξύπνησε από τον ύπνο του, και απέσπασε τον πάσσαλο, τον κόμπο και το ύφασμα.

15 Τότε, του είπε: Πώς λες: Σε αγαπάω, ενώ η καρδιά σου δεν είναι μαζί μου; Εσύ με γέλασες, αυτή ήταν η τρίτη φορά, και δεν μου φανέρωσες σε τι στηρίζεται η δύναμή σου η μεγάλη.

16 Και επειδή, καθημερινά, τον στενοχωρούσε με τα λόγια της, και τον βίαζε, ώστε η ψυχή του απέκαμε μέχρι θανάτου,

17 της φανέρωσε όλη την καρδιά του, και της είπε: Ξυράφι δεν ανέβηκε επάνω στο κεφάλι μου· επειδή, εγώ είμαι Ναζηραίος στον Θεό από την κοιλιά τής μητέρας μου. Αν ξυριστώ, τότε η δύναμή μου θα φύγει από μένα, και θα αδυνατήσω, και θα γίνω όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι.

18 Και βλέποντας η Δαλιδά, ότι της φανέρωσε όλη του την καρδιά, έστειλε και κάλεσε τους άρχοντες των Φιλισταίων, λέγοντας: Ανεβείτε αυτή τη φορά· επειδή, μου φανέρωσε όλη την καρδιά του. Τότε, ανέβηκαν σ’ αυτήν οι άρχοντες των Φιλισταίων, φέρνοντας και το ασήμι στα χέρια τους.

19 Και τον αποκοίμισε επάνω στα γόνατά της· και κάλεσε έναν άνθρωπο, και ξύρισε τους επτά πλοκάμους τού κεφαλιού του· και άρχισε να τον δαμάζει, και η δύναμή του έφυγε απ’ αυτόν.

20 Κι αυτή είπε: Οι Φιλισταίοι επάνω σου, Σαμψών. Κι αυτός ξύπνησε από τον ύπνο του, και είπε: Θα βγω όπως και άλλοτε, και θα εκτιναχθώ. Αλλ’ αυτός δεν γνώρισε ότι ο Κύριος είχε απομακρυνθεί απ’ αυτόν.

21 Και τον έπιασαν οι Φιλισταίοι, και του έβγαλαν τα μάτια, και τον κατέβασαν στη Γάζα, και τον έδεσαν με δύο χάλκινες αλυσίδες· και άλεθε στον οίκο τής φυλακής.

22 Και οι τρίχες τού κεφαλιού του άρχισαν να βγαίνουν και πάλι, αφότου ξυρίστηκε.

23 Και οι άρχοντες των Φιλισταίων συγκεντρώθηκαν, για να προσφέρουν μια μεγάλη θυσία στον Δαγών, τον θεό τους, και να ευφρανθούν· επειδή, είπαν: Ο θεός μας παρέδωσε στο χέρι μας τον Σαμψών, τον εχθρό μας.

24 Και όταν ο λαός τον είδε, δόξασαν τον θεό τους, λέγοντας: Ο θεός μας παρέδωσε στο χέρι μας τον εχθρό μας, και τον εξολοθρευτή τής γης μας, κι εκείνον που φόνευσε πολλούς από μας.

25 Και όταν ευθύμησε η καρδιά τους, είπαν: Καλέστε τον Σαμψών, για να μας παίξει. Και κάλεσαν τον Σαμψών από τον οίκο τής φυλακής, και έπαιξε μπροστά τους· και τον έστησαν ανάμεσα στους στύλους.

26 Και ο Σαμψών είπε στο παιδί, που τον κρατούσε από το χέρι: Άφησέ με να ψηλαφήσω τους στύλους, επάνω στους οποίους στηρίζεται ο οίκος, για να στηριχθώ επάνω τους.

27 Και ο οίκος ήταν γεμάτος από άνδρες και γυναίκες· και ήσαν εκεί όλοι οι άρχοντες των Φιλισταίων· και επάνω στην ταράτσα ήσαν 3.000 περίπου άνδρες και γυναίκες, που έβλεπαν τον Σαμψών να παίζει.

28 Και ο Σαμψών βόησε στον Κύριο, και είπε: Δέσποτα Κύριε, θυμήσου με, παρακαλώ· και ενίσχυσέ με, παρακαλώ, μόνον αυτή τη φορά, Θεέ, για να εκδικηθώ ενάντια στους Φιλισταίους μια κι έξω, για τα δυο μάτια μου.

29 Και ο Σαμψών αγκάλιασε τους δύο μεσαίους στύλους, επάνω στους οποίους στηριζόταν ο οίκος, και στηρίχθηκε επάνω σ’ αυτούς, τον έναν με το δεξί του χέρι, και τον άλλον με το αριστερό του.

30 Και ο Σαμψών είπε: Ας πεθάνει η ψυχή μου μαζί με τους Φιλισταίους. Και έσκυψε με δύναμη· και ο οίκος έπεσε επάνω στους άρχοντες, και σε ολόκληρο τον λαό, που ήταν σ’ αυτόν. Κι αυτοί που πέθαναν, που τους θανάτωσε με τον θάνατό του, ήσαν περισσότεροι από όσους είχε θανατώσει στη ζωή του.

31 Τότε, κατέβηκαν οι αδελφοί του, και ολόκληρη η οικογένεια του πατέρα του, και τον σήκωσαν· και τον ανέβασαν και τον έθαψαν ανάμεσα στη Σαραά και την Εσθαόλ, στον τάφο τού Μανωέ, του πατέρα του. Κι αυτός έκρινε τον Ισραήλ για 20 χρόνια.