Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4

Ρουθ Κεφ. 2

1 ΕΙΧΕ, μάλιστα, η Ναομί κάποιον συγγενή τού άνδρα της, έναν άνθρωπο δυνατόν σε ισχύ, από τη συγγένεια του Ελιμέλεχ· και το όνομά του ήταν Βοόζ.

2 Και η Ρουθ η Μωαβίτισσα είπε στη Ναομί: Ας πάω, παρακαλώ, στο χωράφι για να μαζέψω στάχυα πίσω από όποιον βρω χάρη στα μάτια του· και της είπε: Πήγαινε, θυγατέρα μου.

3 Και πήγε, και καθώς ήρθε σταχυολογούσε στο χωράφι πίσω από τους θεριστές· και έτυχε σε ένα μέρος του χωραφιού τού Βοόζ, που ήταν από τη συγγένεια του Ελιμέλεχ.

4 Και να, ο Βοόζ ήρθε από τη Βηθλεέμ, και είπε στους θεριστές: Ο Κύριος μαζί σας. Και του αποκρίθηκαν: Ο Κύριος να σε ευλογήσει.

5 Τότε, ο Βοόζ είπε στον υπηρέτη του, τον επιστάτη των θεριστών: Τίνος είναι αυτή η νέα;

6 Και ο υπηρέτης, ο επιστάτης των θεριστών, απάντησε, και είπε: Είναι η νέα η Μωαβίτισσα, αυτή που επέστρεψε μαζί με τη Ναομί από τη γη τού Μωάβ·

7 και είπε: Ας σταχυολογήσω, παρακαλώ, και ας μαζέψω κάτι ανάμεσα στα δεμάτια πίσω από τους θεριστές· και ήρθε, και στάθηκε από το πρωί μέχρι τούτη την ώρα· μόνον λίγο αναπαύθηκε στο σπίτι.

8 Και ο Βοόζ είπε στη Ρουθ: Δεν ακούς, θυγατέρα μου; Μη πας να σταχυολογήσεις σε άλλο χωράφι ούτε να φύγεις από εδώ, αλλά μένε εδώ με τα κορίτσια μου·

9 ας είναι τα μάτια σου επάνω στο χωράφι όπου θερίζουν, και πήγαινε πίσω απ’ αυτές· δεν πρόσταξα εγώ στους νέους να μη σε αγγίξουν; Και όταν διψάσεις, πήγαινε στα αγγεία, και πίνε απ’ ό,τι αντλήσουν οι νέοι.

10 Κι εκείνη έπεσε κατά πρόσωπο, και προσκύνησε μέχρι το έδαφος, και του είπε: Πώς εγώ βρήκα χάρη στα μάτια σου, ώστε να λάβεις πρόνοια για μένα, ενώ είμαι ξένη;

11 Και ο Βοόζ απάντησε και της είπε: Μου αναγγέλθηκαν όλα όσα έκανες στην πεθερά σου μετά τον θάνατο του άνδρα σου· και ότι άφησες τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και τη γη της γέννησής σου, και ήρθες σε λαό που πριν δεν γνώριζες·

12 ο Κύριος να ανταμείψει το έργο σου, και ο μισθός σου να είναι πλήρης από τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, κάτω από τις φτερούγες τού οποίου ήρθες να σκεπαστείς.

13 Κι εκείνη είπε: Ας βρω χάρη στα μάτια σου, κύριέ μου· επειδή με παρηγόρησες, και επειδή μίλησες με ευμένεια στη δούλη σου, αν κι εγώ δεν είμαι ούτε σαν μια από τις θεραπαινίδες σου.

14 Και ο Βοόζ, την ώρα τού φαγητού, της είπε: Έλα, και φάε από το ψωμί, και βρέξε το ψωμί σου στο ξίδι. Κι αυτή κάθησε στα πλάγια των θεριστών· κι εκείνος τής έδωσε σιτάρι φρυγανισμένο, και έφαγε, και χόρτασε, και περίσσευσε.

15 Και σηκώθηκε να σταχυολογήσει, και ο Βοόζ πρόσταξε στους νέους του, λέγοντας: Ας σταχυολογεί και ανάμεσα στα δεμάτια, και μη την επιπλήττετε·

16 και, μάλιστα, αφήνετε να πέφτει και κάτι από τα χειρόβολα γι’ αυτή, και αφήνετε να μαζεύει, και μη την ελέγχετε.

17 Και σταχυολόγησε στο χωράφι μέχρι την εσπέρα, και κοπάνισε όσο σταχυολόγησε· και ήταν μέχρι ένα εφά κριθάρι.

18 Και το σήκωσε, και μπήκε στην πόλη· και η πεθερά της είδε όσο σταχυολόγησε· και η Ρουθ, βγάζοντας, της έδωσε ό,τι είχε περισσεύσει, αφού χόρτασε.

19 Και η πεθερά της είπε σ’ αυτήν: Πού σταχυολόγησες σήμερα; Και πού δούλεψες; Ευλογημένος να είναι εκείνος που έλαβε πρόνοια για σένα. Κι εκείνη φανέρωσε στην πεθερά της σε τίνος χωράφι δούλεψε, και είπε: Το όνομα του ανθρώπου, στον οποίο δούλεψα σήμερα, είναι Βοόζ.

20 Και η Ναομί είπε στη νύφη της: Ευλογημένος από τον Κύριο εκείνος, που δεν άφησε το έλεός του προς αυτούς που ζουν, και προς αυτούς που πέθαναν. Και η Ναομί τής είπε: Συγγενής μας είναι αυτός ο άνθρωπος, από τους κοντινούς συγγενείς μας.

21 Και η Ρουθ η Μωαβίτισσα είπε: Αυτός μού είπε ακόμα: Εσύ θα μένεις με τους ανθρώπους μου, μέχρις ότου τελειώσουν ολόκληρο τον θερισμό μου.

22 Και η Ναομί είπε στη Ρουθ, τη νύφη της: Είναι καλό, θυγατέρα μου, να βγαίνεις μαζί με τα κορίτσια του, και να μη σε συναντήσουν σε άλλο χωράφι.

23 Και προσκολλήθηκε στα κορίτσια τού Βοόζ για να σταχυολογεί, μέχρις ότου τελειώσει ο θερισμός των κριθαριών, και ο θερισμός τού σιταριού· και καθόταν μαζί με την πεθερά της.