Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4

Ρουθ Κεφ. 4

1 ΚΑΙ ο Βοόζ ανέβηκε στην πύλη, και κάθησε εκεί· και να, περνούσε ο συγγενής, για τον οποίο είχε μιλήσει ο Βοόζ. Και είπε: Ω, εσύ, γύρισε, κάθησε εδώ. Και γύρνα, και κάθησε.

2 Και πήρε ο Βοόζ δέκα άνδρες από τους πρεσβύτερους της πόλης, και είπε: Καθήστε εδώ. Και κάθησαν.

3 Και είπε στον συγγενή του: Η Ναομί, που γύρισε από τη γη τού Μωάβ, πουλάει το μερίδιο του χωραφιού της, που ήταν του αδελφού μας Ελιμέλεχ·

4 και εγώ είπα να σε ειδοποιήσω, λέγοντας: Αγόρασέ το, μπροστά στους κατοίκους, και μπροστά στους πρεσβύτερους του λαού μου· αν θέλεις να το εξαγοράσεις ως συγγενής, εξαγόρασέ το· αλλά, αν δεν θέλεις να το εξαγοράσεις, πες μου, για να ξέρω· επειδή, δεν υπάρχει άλλος να το εξαγοράσει ως συγγενής, παρά εσύ· και εγώ είμαι ύστερα από σένα. Κι εκείνος είπε: Εγώ θα το εξαγοράσω.

5 Και ο Βοόζ είπε: Κατά την ημέρα που θα αγοράσεις το χωράφι από το χέρι τής Ναομί, πρέπει να πάρεις και τη Ρουθ τη Μωαβίτισσα, τη γυναίκα τού αποθανόντα, για να αναστήσεις το όνομα του αποθανόντα επάνω στην κληρονομιά του.

6 Και ο συγγενής είπε: Δεν μπορώ να εκπληρώσω το συγγενικό μου χρέος, μήπως και φθείρω την κληρονομιά μου· εκπλήρωσε εσύ το συγγενικό μου χρέος, επειδή εγώ δεν μπορώ να το εκπληρώσω.

7 Αυτός, βέβαια, ήταν ο τρόπος τον παλιό καιρό στον Ισραήλ για το δικαίωμα της συγγένειας, και για την απαλλοτρίωση, για να βεβαιώνεται κάθε λόγος· ο άνθρωπος λύνοντας το υπόδημά του, το έδινε στον πλησίον του· κι αυτό ήταν μαρτυρία στον Ισραήλ.

8 Γι’ αυτό, ο συγγενής είπε στον Βοόζ: Αγόρασέ το εσύ στον εαυτό σου. Και έλυσε το υπόδημά του.

9 Τότε ο Βοόζ είπε στους πρεσβύτερους και σε ολόκληρο τον λαό: Είστε σήμερα μάρτυρες, ότι αγόρασα όλα όσα είχε ο Ελιμέλεχ, και όλα όσα είχαν ο Χελαιών και ο Μααλών, από το χέρι τής Ναομί·

10 κι ακόμα, τη Ρουθ τη Μωαβίτισσα, τη γυναίκα τού Μααλών, την πήρα στον εαυτό μου για γυναίκα, για να αναστήσω το όνομα του αποθανόντα επάνω στην κληρονομιά του, για να μη εξαλειφθεί το όνομα του αποθανόντα από τα αδέλφια του, και από την πόλη τής κατοικίας του· είστε σήμερα μάρτυρες.

11 Και όλος ο λαός, που ήταν στην πύλη, και οι πρεσβύτεροι, είπαν: Μάρτυρες· ο Κύριος να κάνει τη γυναίκα, που μπαίνει μέσα στο σπίτι σου, σαν τη Ραχήλ, και σαν τη Λεία, που και οι δύο οικοδόμησαν τον οίκο Ισραήλ· και να γίνεις δυνατός στην Εφραθά, και να είσαι περίφημος στη Βηθλεέμ·

12 και ας γίνει η οικογένειά σου σαν την οικογένεια του Φαρές, που η Θάμαρ γέννησε στον Ιούδα, από το σπέρμα που ο Κύριος θα δώσει σε σένα απ’ αυτή τη νέα.

13 Και ο Βοόζ πήρε τη Ρουθ, και έγινε γυναίκα του· και όταν μπήκε μέσα σ’ αυτή, ο Κύριος της έδωσε σύλληψη, και γέννησε γιο.

14 Και οι γυναίκες είπαν στη Ναομί: Ευλογητός ο Κύριος, που σήμερα δεν σε αποστέρησε από συγγενή, ώστε να καλείται το όνομά του στον Ισραήλ·

15 κι αυτός θα είναι σε σένα αναψυχωτής τής ζωής, και θα θρέψει την πολιά σου· επειδή, τον γέννησε η νύφη σου, που σε αγαπάει, η οποία είναι σε σένα καλύτερη από επτά γιους.

16 Τότε, η Ναομί πήρε το παιδί, και το έβαλε στον κόρφο της, και έγινε σ’ αυτό τροφός.

17 Και οι γειτόνισσες του έδωσαν όνομα, λέγοντας: Γιος γεννήθηκε στη Ναομί· και αποκάλεσαν το όνομά του: Ωβήδ· αυτός είναι ο πατέρας τού Ιεσσαί, του πατέρα τού Δαβίδ.

18 Αυτή είναι η γενεαλογία του Φαρές: Ο Φαρές γέννησε τον Εσρών,

19 και ο Εσρών γέννησε τον Αράμ, και ο Αράμ γέννησε τον Αμιναδάβ,

20 και ο Αμιναδάβ γέννησε τον Ναασσών, και ο Ναασσών γέννησε τον Σαλμών,

21 και ο Σαλμών γέννησε τον Βοόζ, και ο Βοόζ γέννησε τον Ωβήδ,

22 και ο Ωβήδ γέννησε τον Ιεσσαί, και ο Ιεσσαί γέννησε τον Δαβίδ.