Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31

Α΄ Σαμουήλ Κεφ. 26

1 ΚΑΙ οι Ζιφαίοι ήρθαν στον Σαούλ στη Γαβαά, λέγοντας: Δεν κρύβεται ο Δαβίδ στο βουνό Εχελά, απέναντι από τη Γεσιμών;

2 Και σηκώθηκε ο Σαούλ, και κατέβηκε στην έρημο Ζιφ, έχοντας μαζί του 3.000 εκλεκτούς άνδρες από τον Ισραήλ, για να αναζητάει τον Δαβίδ στην έρημο Ζιφ.

3 Και ο Σαούλ στρατοπέδευσε επάνω στο βουνό Εχελά, που είναι απέναντι από τη Γεσιμών, κοντά στον δρόμο. Ο Δαβίδ, όμως, καθόταν στην έρημο, και είδε ότι ο Σαούλ ερχόταν στην έρημο πίσω απ’ αυτόν.

4 Γι’ αυτό, ο Δαβίδ έστειλε κατασκόπους, και έμαθε ότι ο Σαούλ ήρθε πραγματικά.

5 Και αφού ο Δαβίδ σηκώθηκε, ήρθε στον τόπο όπου είχε στρατοπεδεύσει ο Σαούλ· και ο Δαβίδ παρατήρησε τον τόπο όπου κοιμόταν ο Σαούλ, και ο Αβενήρ, ο γιος τού Νηρ, ο αρχιστράτηγός του· ο δε Σαούλ κοιμόταν μέσα στον περίβολο, και ο λαός ήταν στρατοπεδευμένος ολόγυρά του.

6 Τότε, ο Δαβίδ μίλησε και είπε στον Αχιμέλεχ, τον Χετταίο, και στον Αβισαί, τον γιο τής Σερουϊας, τον αδελφό τού Ιωάβ, λέγοντας: Ποιος θα κατέβει μαζί μου προς τον Σαούλ στο στρατόπεδο; Και ο Αβισαί είπε: Εγώ θα κατέβω μαζί σου.

7 Ήρθε, λοιπόν, ο Δαβίδ και ο Αβισαί στον λαό μέσα στη νύχτα· και να, ο Σαούλ κοιμόταν ξαπλωμένος μέσα στον περίβολο, και το δόρυ του ήταν μπηγμένο στη γη, κοντά στο κεφάλι του· και ο Αβενήρ και ο λαός κοιμόνταν ολόγυρά του.

8 Και ο Αβισαί είπε στον Δαβίδ: Ο Θεός απέκλεισε σήμερα τον εχθρό σου στο χέρι σου· τώρα, λοιπόν, ας τον χτυπήσω με το δόρυ μέχρι τη γη, μονομιάς· και δεν θα δευτερώσω επάνω του.

9 Αλλ’ ο Δαβίδ είπε στον Αβισαί: Μη τον θανατώσεις· επειδή, ποιος βάζοντας το χέρι του επάνω στον χρισμένο τού Κυρίου θα είναι αθώος;

10 Ο Δαβίδ, μάλιστα, είπε: Ζει ο Κύριος, ο Κύριος θα τον χτυπήσει· ή, θάρθει η ημέρα του, και θα πεθάνει· ή, θα κατέβει σε πόλεμο, και θα θανατωθεί·

11 μη γένοιτο σε μένα από τον Κύριο, να βάλω το χέρι μου επάνω στον χρισμένο τού Κυρίου! Πάρε, όμως, τώρα, παρακαλώ, το δόρυ, που είναι κοντά στο κεφάλι του, και το δοχείο τού νερού, και ας φύγουμε.

12 Πήρε, λοιπόν, ο Δαβίδ το δόρυ και το δοχείο τού νερού, κοντά από το κεφάλι τού Σαούλ· και αναχώρησε, και κανένας δεν είδε, και κανένας δεν ενόησε, και κανένας δεν ξύπνησε, επειδή όλοι κοιμόνταν, για τον λόγο ότι ύπνος βαθύς είχε πέσει επάνω τους από τον Κύριο.

13 Τότε, ο Δαβίδ πέρασε απέναντι, και στάθηκε επάνω στην κορυφή τού βουνού από μακριά· και ήταν μεγάλη απόσταση ανάμεσά τους.

14 Και ο Δαβίδ φώναξε δυνατά στον λαό, και στον Αβενήρ, τον γιο τού Νηρ, λέγοντας: Δεν απαντάς, Αβενήρ; Και ο Αβενήρ απάντησε και είπε: Ποιος είσαι εσύ, που φωνάζεις δυνατά στον βασιλιά;

15 Και ο Δαβίδ είπε στον Αβενήρ: Δεν είσαι εσύ άνδρας; Και ποιος είναι όμοιός σου ανάμεσα στον Ισραήλ; Γιατί, λοιπόν, δεν προσταυεύεις τον κύριό σου τον βασιλιά; Επειδή, μπήκε μέσα κάποιος από τον λαό για να θανατώσει τον βασιλιά τον κύριό σου·

16 δεν είναι καλό αυτό το πράγμα, που έπραξες· ζει ο Κύριος, εσείς είστε άξιοι θανάτου, επειδή δεν φυλάξατε τον κύριό σας, τον χρισμένο τού Κυρίου. Και τώρα, δέστε, πού είναι το δόρυ τού βασιλιά, και το δοχείο τού νερού, που ήταν κοντά στο κεφάλι του.

17 Και ο Σαούλ γνώρισε τη φωνή τού Δαβίδ, και είπε: Η φωνή σου είναι, παιδί μου Δαβίδ; Και ο Δαβίδ είπε: Η φωνή μου είναι, κύριέ μου, βασιλιά.

18 Και είπε: Γιατί ο κύριός μου καταδιώκει έτσι πίσω από τον δούλο του; Επειδή, τι έκανα; Ή, τι κακό είναι στο χέρι μου;

19 Τώρα, λοιπόν, ας ακούσει, παρακαλώ, ο κύριός μου ο βασιλιάς τα λόγια τού δούλου του: Αν ο Κύριος σε διέγειρε εναντίον μου, ας δεχθεί θυσία· αλλά, αν γιοι των ανθρώπων, αυτοί ας είναι επικατάρατοι μπροστά στον Κύριο· επειδή, σήμερα με έδιωξαν από το να κατοικώ στην κληρονομιά τού Κυρίου, λέγοντας: Πήγαινε, λάτρευσε άλλους θεούς· –

20 τώρα, λοιπόν, ας μη πέσει το αίμα μου στη γη μπροστά στον Κύριο· επειδή, ο βασιλιάς τού Ισραήλ βγήκε εξω να ζητήσει έναν ψύλλο, όπως όταν κάποιος καταδιώκει μια πέρδικα στα βουνά.

21 Και ο Σαούλ είπε: Αμάρτησα· γύρνα πίσω, παιδί μου Δαβίδ· επειδή, δεν θα σε κακοποποιήσω πλέον, για τον λόγο ότι η ψυχή μου στάθηκε σήμερα πολύτιμη στα μάτια σου· δες, έπραξα με αφροσύνη, και πλανήθηκα υπερβολικά.

22 Και ο Δαβίδ απάντησε και είπε: Να το δόρυ του βασιλιά· και ας περάσει κάποιος από τους νέους, και ας το πάρει·

23 και ο Κύριος ας αποδώσει στον κάθε έναν σύμφωνα με τη δικαιοσύνη του, και σύμφωνα με την πίστη του· επειδή, σήμερα ο Κύριος σε παρέδωσε στο χέρι μου, εγώ όμως δεν θέλησα να βάλω το χέρι μου επάνω στον χρισμένο τού Κυρίου·

24 δες, λοιπόν, όπως η ζωή σου στάθηκε σήμερα πολύτιμη στα μάτια μου, έτσι ας σταθεί πολύτιμη και η ζωή μου στα μάτια τού Κυρίου, και ας με ελευθερώσει από όλες τις θλίψεις.

25 Τότε, ο Σαούλ είπε στον Δαβίδ: Ευλογημένος να είσαι, παιδί μου Δαβίδ! Σίγουρα θα κατορθώσεις μεγάλα πράγματα, και σίγουρα θα υπερισχύσεις. Και ο μεν Δαβίδ αναχώρησε στον δρόμο του, ενώ ο Σαούλ γύρισε πίσω στον τόπο του.