Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31

Α΄ Σαμουήλ Κεφ. 30

1 Και όταν ο Δαβίδ και οι άνδρες του, την τρίτη ημέρα μπήκαν στη Σικλάγ, οι Αμαληκίτες είχαν κάνει εισβολή στο μεσημβρινό μέρος, και στη Σικλάγ, και είχαν χτυπήσει τη Σικλάγ, και την είχαν κατακάψει με φωτιά·

2 και είχαν αιχμαλωτίσει τις γυναίκες, που ήσαν μέσα σ’ αυτή, από μικρόν μέχρι μεγάλον· δεν θανάτωσαν κανέναν, αλλά τους πήραν, και πήγαν στον δρόμο τους.

3 Και ο Δαβίδ και οι άνδρες του ήρθαν στην πόλη, και να, ήταν πυρπολημένη· και οι γυναίκες τους, και οι γιοι τους, και οι θυγατέρες τους, αιχμαλωτισμένοι.

4 Τότε, ο Δαβίδ, και ο λαός που ήταν μαζί του, ύψωσε τη φωνή τους και έκλαψαν, μέχρις ότου δεν έμεινε μέσα τους δύναμη για να κλαίνε.

5 Και οι δύο γυναίκες τού Δαβίδ αιχμαλωτίστηκαν, η Αχινοάμ η Ιεζραελίτισσα, και η Αβιγαία η γυναίκα τού Νάβαλ τού Καρμηλίτη.

6 Και ο Δαβίδ στενοχωρήθηκε υπερβολικά· επειδή, ο λαός έλεγε να τον πετροβολήσουν, για τον λόγο ότι η ψυχή ολόκληρου του λαού ήταν κατάπικρη, κάθε ένας για τους γιους του και για τις θυγατέρες του· ο Δαβίδ, όμως, δυναμώθηκε στον Κύριο τον Θεό του.

7 Και ο Δαβίδ είπε στον Αβιάθαρ τον ιερέα, τον γιο του Αχιμέλεχ: Φέρε μου εδώ, παρακαλώ, το εφόδ. Και ο Αβιάθαρ έφερε το εφόδ στον Δαβίδ.

8 Και ο Δαβίδ ρώτησε τον Κύριο, λέγοντας: Να καταδιώξω πίσω απ’ αυτούς τους ληστές; Θα τους προφτάσω; Και ο Κύριος του είπε: Να καταδιώξεις· επειδή, σίγουρα θα τους προφτάσεις, και οπωσδήποτε θα ελευθερώσεις τα πάντα.

9 Τότε, ο Δαβίδ πήγε, αυτός και οι 600 άνδρες που ήσαν μαζί του, και ήρθαν μέχρι τον χείμαρρο Βοσόρ, όπου στάθηκαν αυτοί που απέμειναν.

10 Και ο Δαβίδ, αυτός και οι 400 άνδρες, καταδίωκαν, επειδή έμειναν πίσω 200, που, επειδή απέκαμαν, δεν μπορούσαν να διαβούν τον χείμαρρο Βοσόρ.

11 Και βρήκαν έναν άνθρωπο Αιγύπτιο στο χωράφι, και τον έφεραν στον Δαβίδ· και του έδωσαν ψωμί, και έφαγε, και τον πότισαν νερό·

12 και του έδωσαν ένα κομμάτι πίτα από σύκα, και δύο τσαμπιά σταφίδες· και έφαγε, και επανήλθε σ’ αυτόν το πνεύμα του· επειδή, δεν είχε φάει ψωμί ούτε είχε πιει νερό, τρεις ημέρες και τρεις νύχτες.

13 Και ο Δαβίδ τού είπε: Τίνος είσαι; Και από πού είσαι; Και είπε: Είμαι νέος Αιγύπτιος, δούλος κάποιου Αμαληκίτη· και ο κύριός μου με άφησε, επειδή αρρώστησα τρεις ημέρες τώρα·

14 εμείς κάναμε εισβολή στο μεσημβρινό μέρος των Χερεθαίων, και στα μέρη τής Ιουδαίας, και στο μεσημβρινό τού Χάλεβ· και πυρπολήσαμε τη Σικλάγ.

15 Και ο Δαβίδ τού είπε: Μπορείς να με οδηγήσεις κάτω σ’ αυτούς τους ληστές; Κι εκείνος είπε: Να μου ορκιστείς στον Θεό ότι δεν θα με θανατώσεις ούτε θα με παραδώσεις στο χέρι τού κυρίου μου, και θα σε οδηγήσω κάτω σ’ αυτούς τους ληστές.

16 Και όταν τον οδήγησε κάτω, να, ήσαν διασκορπισμένοι επάνω στο πρόσωπο ολόκληρου του τόπου, τρώγοντας, και πίνοντας, και χορεύοντας, για όλα τα μεγάλα λάφυρα, που πήραν από τη γη των Φιλισταίων, και από τη γη τού Ιούδα.

17 Και ο Δαβίδ τούς χτύπησε, από την αυγή μέχρι την εσπέρα τής επόμενης ημέρας· και δεν διασώθηκε ούτε ένας απ’ αυτούς, εκτός από 400 νέους, που κάθονταν επάνω σε καμήλες, και έφυγαν.

18 Και ο Δαβίδ ελευθέρωσε όσα άρπαξαν οι Αμαληκίτες· ο Δαβίδ ελευθέρωσε και τις δύο γυναίκες του.

19 Και δεν τους έλειψε ούτε μικρό ούτε μεγάλο ούτε γιοι ούτε θυγατέρες ούτε λάφυρο ούτε τίποτε από όσα άρπαξαν απ’ αυτούς· ο Δαβίδ ξαναπήρε τα πάντα.

20 Και ο Δαβίδ πήρε όλα τα πρόβατα και τα βόδια, και φέρνοντάς τα μπροστά από τα άλλα κτήνη, έλεγαν: Αυτά είναι τα λάφυρα του Δαβίδ.

21 Και ο Δαβίδ ήρθε στους 200 άνδρες, που είχαν αποκάμει, ώστε δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν τον Δαβίδ, γι’ αυτό κάθησαν στον χείμαρρο Βοσόρ· και βγήκαν σε συνάντηση του Δαβίδ, και σε συνάντηση του λαού που ήταν μαζί του· και όταν ο Δαβίδ πλησίασε στον λαό, τους χαιρέτησε.

22 Και αποκρίθηκαν όλοι οι πονηροί και διεστραμμένοι από τους άνδρες, που είχαν πάει με τον Δαβίδ, και είπαν: Επειδή, αυτοί δεν ήρθαν μαζί μας, δεν θα τους δώσουμε από τα λάφυρα, που πήραμε, παρά στον κάθε έναν τη γυναίκα του, και τα παιδιά του· και ας τα πάρουν, και ας φύγουν.

23 Ο Δαβίδ, όμως, είπε: Δεν θα κάνετε έτσι, αδελφοί μου, σ’ εκείνα που ο Κύριος μας έδωσε, που μας φύλαξε, και παρέδωσε στο χέρι μας τους ληστές, που είχαν έρθει εναντίον μας·

24 και ποιος θα σας ακούσει σ’ αυτή την υπόθεση; Αλλά, σύμφωνα με τη μερίδα εκείνου που κατεβαίνει σε πόλεμο, έτσι θα είναι και η μερίδα εκείνου που κάθεται κοντά στην αποσκευή· εξίσου θα μοιράζονται.

25 Έτσι και έγινε από την ημέρα εκείνη και στο εξής· και το έκανε αυτό νόμο και διάταγμα στον Ισραήλ μέχρι τούτη την ημέρα.

26 Και όταν ο Δαβίδ ήρθε στη Σικλάγ, έστειλε από τα λάφυρα στους πρεσβύτερους του Ιούδα, τους φίλους του, λέγοντας: Δέστε, ευλογία σε σας, από τα λάφυρα των εχθρών τού Κυρίου· –

27 προς εκείνους που ήσαν στη Βαιθήλ, και προς εκείνους, που ήσαν στη Ραμώθ τη μεσημβρινή, και προς εκείνους που ήσαν στην Ιαθείρ,

28 και προς εκείνους που ήσαν στην Αροήρ, και προς εκείνους που ήσαν στη Σιφμώθ, και προς εκείνους που ήσαν στην Εσθεμωά,

29 και προς εκείνους που ήσαν στη Ραχάλ, και προς εκείνους που ήσαν στις πόλεις των Ιεραμεηλιτών, και προς εκείνους που ήσαν στις πόλεις των Κεναίων,

30 και προς εκείνους που ήσαν στην Ορμά, και προς εκείνους που ήσαν στη Χωρ-ασάν, και προς εκείνους που ήσαν στην Αθάχ,

31 και προς εκείνους που ήσαν στη Χεβρών, και προς όλους τούς τόπους, στους οποίους περιερχόταν ο Δαβίδ, αυτός και οι άνδρες του.