Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29

Α΄ Χρονικών Κεφ. 10

1 ΟΙ δε Φιλισταίοι πολεμούσαν ενάντια στον Ισραήλ· και οι άνδρες τού Ισραήλ έφυγαν μπροστά από τους Φιλισταίους, και έπεσαν φονευμένοι στο βουνό Γελβουέ.

2 Και καθώς οι Φιλισταίοι έφτασαν πίσω από τον Σαούλ, και πίσω από τους γιους του, οι Φιλισταίοι πάταξαν τον Ιωνάθαν, και τον Αβιναδάβ, και τον Μαλχί-σουέ, τους γιους τού Σαούλ.

3 Και η μάχη βάρυνε ενάντια στον Σαούλ, και οι τοξότες τον πέτυχαν και πληγώθηκε από τους τοξότες.

4 Και ο Σαούλ είπε στον οπλοφόρο του: Τράβηξε τη μάχαιρά σου, και διαπέρασέ με μ’ αυτή, για να μη έρθουν αυτοί οι απερίτμητοι και με εμπαίξουν. Όμως, ο οπλοφόρος του δεν ήθελε· επειδή, φοβόταν υπερβολικά. Γι’ αυτό, ο Σαούλ πήρε τη ρομφαία, και έπεσε επάνω της.

5 Και καθώς ο οπλοφόρος του είδε ότι ο Σαούλ πέθανε, έπεσε κι αυτός επάνω στη ρομφαία, και πέθανε·

6 έτσι πέθανε ο Σαούλ, και οι τρεις γιοι του· και ολόκληρη η οικογένειά του πέθανε μαζί.

7 Και όλοι οι άνδρες τού Ισραήλ, που [ήσαν] στην κοιλάδα, βλέποντας ότι έφευγαν, και ότι ο Σαούλ και οι γιοι του πέθαναν, εγκατέλειψαν τότε τις πόλεις τους, και έφυγαν· και καθώς ήρθαν οι Φιλισταίοι, κατοίκησαν σ’ αυτές.

8 Και την επόμενη ημέρα, όταν οι Φιλισταίοι ήρθαν για να ξεντύσουν τούς φονευμένους, βρήκαν τον Σαούλ και τους γιους του πεσμένους στο βουνό Γελβουέ.

9 Και τον ξέντυσαν, και πήραν το κεφάλι του, και τα όπλα του, και τα έστειλαν στη γη των Φιλισταίων, ολόγυρα, για να διαδώσουν την αγγελία στα είδωλά τους, και στον λαό.

10 Και τα όπλα του τα έκαναν ανάθημα στον οίκο των θεών τους, και κάρφωσαν το κεφάλι του στον ναό τού Δαγών.

11 Και όταν όλοι [οι κάτοικοι] της Ιαβείς-γαλαάδ άκουσαν, όλα όσα οι Φιλισταίοι έκαναν στον Σαούλ,

12 σηκώθηκαν όλοι οι δυνατοί άνδρες, και σήκωσαν το σώμα τού Σαούλ, και τα σώματα των γιων του, και τα έφεραν στην Ιαβείς, και έθαψαν τα κόκαλά τους κάτω από τη βελανιδιά στην Ιαβείς, και νήστεψαν επτά ημέρες.

13 Έτσι πέθανε ο Σαούλ, εξαιτίας τής ανομίας του, που ανόμησε στον Κύριο, ενάντια στον λόγο του Κυρίου, τον οποίο δεν φύλαξε· κι ακόμα, επειδή ζήτησε έναν άνθρωπο, που να έχει πνεύμα μαντείας, για να ρωτήσει,

14 και δεν ρώτησε τον Κύριο· γι’ αυτό, τον θανάτωσε, και έστρεψε τη βασιλεία στον Δαβίδ, τον γιο τού Ιεσσαί.