Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29

Α΄ Χρονικών Κεφ. 21

1 ΟΜΩΣ, ο σατανάς σηκώθηκε ενάντια στον Ισραήλ, και παρακίνησε τον Δαβίδ να απαριθμήσει τον Ισραήλ.

2 Και ο Δαβίδ είπε στον Ιωάβ και στους άρχοντες του λαού: Πηγαίνετε, απαριθμήστε τον Ισραήλ, από τη Βηρ-σαβεέ μέχρι τη Δαν, και φέρτε μου, για να μάθω τον αριθμό τους.

3 Και ο Ιωάβ απάντησε: Ο Κύριος να προσθέσει επάνω στον λαό του 100 φορές περισσότερο από ό,τι είναι! [Αλλά], κύριέ μου βασιλιά, δεν είναι όλοι δούλοι τού κυρίου μου; Γιατί ο κύριός μου [το] επιθυμεί αυτό; Γιατί να γίνει [αυτό το] αμάρτημα στον Ισραήλ;

4 Ο λόγος, όμως, του βασιλιά υπερίσχυσε επάνω στον Ιωάβ. Και ο Ιωάβ αναχώρησε, και, αφού περιήλθε ολόκληρο τον Ισραήλ, γύρισε στην Ιερουσαλήμ.

5 Και ο Ιωάβ έδωσε το σύνολο της απαρίθμησης του λαού στον Δαβίδ. Και ήσαν 1.100.000 άνδρες ολόκληρος ο Ισραήλ που έσερναν μάχαιρα· και ο Ιούδας, 470.000 άνδρες που έσερναν μάχαιρα.

6 Και τους Λευίτες και τους Βενιαμίτες δεν τους απαρίθμησε ανάμεσά τους· επειδή, ο λόγος τού βασιλιά ήταν στον Ιωάβ βδελυκτός.

7 Και το πράγμα αυτό φάνηκε κακό στα μάτια τού Θεού· γι’ αυτό πάταξε τον Ισραήλ.

8 Τότε, ο Δαβίδ είπε στον Θεό: Αμάρτησα υπερβολικά, που έπραξα αυτό το πράγμα· αλλά τώρα, παρακαλώ, αφαίρεσε την ανομία τού δούλου σου· επειδή, μωράθηκα σε μεγάλον βαθμό.

9 Και ο Κύριος μίλησε στον Γαδ, αυτόν που έβλεπε για τον Δαβίδ, λέγοντας:

10 Πήγαινε, και μίλησε στον Δαβίδ, λέγοντας: Έτσι λέει ο Κύριος: Βάζω εγώ μπροστά σου τρία πράγματα· διάλεξε για τον εαυτό σου ένα απ’ αυτά, και θα σου [το] κάνω:

11 Ήρθε, λοιπόν, ο Γαδ στον Δαβίδ, και του είπε: Έτσι λέει ο Κύριος: Διάλεξε για τον εαυτό σου,

12 ή τρία χρόνια πείνας ή τρεις μήνες να φθείρεσαι μπροστά από τους πολεμίους σου, και να [σε] προφταίνει η μάχαιρα των εχθρών σου, ή τρεις ημέρες τη ρομφαία τού Κυρίου, και το θανατικό, στη γη, και τον άγγελο του Κυρίου να εξολοθρεύει σε όλα τα όρια του Ισραήλ. Τώρα, λοιπόν, δες ποιον λόγο θα αναφέρω σ’ εκείνον που με έστειλε.

13 Και ο Δαβίδ είπε στον Γαδ: [Από παντού] μού [είναι] στενά σε υπερβολικό βαθμό· ας πέσω, λοιπόν, στο χέρι του Κυρίου, επειδή οι οικτιρμοί του [είναι] πολλοί, σε υπερβολικό βαθμό· σε χέρι ανθρώπου, όμως, ας μη πέσω.

14 Έδωσε, λοιπόν, ο Κύριος θανατικό επάνω στον Ισραήλ· και έπεσαν από τον Ισραήλ 70.000 άνδρες.

15 Και ο Θεός έστειλε έναν άγγελο στην Ιερουσαλήμ, για να την εξολοθρεύσει· κι ενώ εξολόθρευε, είδε ο Κύριος, και μεταμελήθηκε για το κακό, και είπε στον άγγελο που εξολόθρευε: Αρκεί, πλέον· απόσυρε το χέρι σου. Και ο άγγελος του Κυρίου στεκόταν κοντά στο αλώνι τού Ορνάν τού Ιεβουσαίου.

16 Και καθώς ο Δαβίδ σήκωσε τα μάτια του, είδε τον άγγελο του Κυρίου να στέκεται ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, έχοντας στο χέρι του τη ρομφαία του γυμνή, απλωμένη προς την Ιερουσαλήμ· και έπεσε ο Δαβίδ και οι πρεσβύτεροι, μπρούμυτα, ντυμένοι με σάκους.

17 Και ο Δαβίδ είπε στον Θεό: Δεν [είμαι] εγώ που πρόσταξα να απαριθμήσουν τον λαό; Εγώ, βέβαια, είμαι εκείνος που αμάρτησα και έπραξα την κακία· αυτά, όμως, τα πρόβατα τι έκαναν; Επάνω σε μένα, λοιπόν, Κύριε Θεέ μου, κι επάνω στην οικογένεια του πατέρα μου ας είναι το χέρι σου, και όχι επάνω στον λαό σου για απώλεια.

18 Τότε, ο άγγελος του Κυρίου πρόσταξε τον Γαδ, να πει στον Δαβίδ, να ανέβει ο Δαβίδ [και] να στήσει ένα θυσιαστήριο στον Κύριο μέσα στο αλώνι τού Ορνάν τού Ιεβουσαίου.

19 Και ο Δαβίδ ανέβηκε, σύμφωνα με τον λόγο τού Γαδ, που μίλησε στο όνομα του Κυρίου.

20 Και αφού ο Ορνάν στράφηκε είδε τον άγγελο· και κρύφτηκαν οι τέσσερις γιοι του μαζί μ’ αυτόν. Και ο Ορνάν αλώνιζε σιτάρι.

21 Και καθώς ο Δαβίδ ήρθε στον Ορνάν, σηκώνοντας ο Ορνάν τα μάτια, και βλέποντας τον Δαβίδ, βγήκε από το αλώνι, και προσκύνησε τον Δαβίδ μπρούμυτα μέχρι το έδαφος.

22 Και ο Δαβίδ είπε στον Ορνάν: Δώσ’ μου τον τόπο τού αλωνιού, για να οικοδομήσω σ’ αυτόν θυσιαστήριο στον Κύριο· δώσε μού τον στην άξια τιμή του· για να σταματήσει η πληγή από τον λαό.

23 Και ο Ορνάν είπε στον Δαβίδ: Πάρ’ [τον] για τον εαυτό σου, και ο κύριός μου ο βασιλιάς ας κάνει το αρεστό στα μάτια του· να, δίνω τα βόδια για ολοκαύτωμα, και τα αλωνικά εργαλεία για ξύλα, και το σιτάρι για προσφορά από άλφιτα· δίνω τα πάντα.

24 Και ο βασιλιάς Δαβίδ είπε στον Ορνάν: Όχι, αλλά θα αγοράσω οπωσδήποτε τον τόπο, στην άξια τιμή του· επειδή, δεν θα πάρω το δικό σου για τον Κύριο ούτε θα προσφέρω δωρεάν ολοκαύτωμα.

25 Και ο Δαβίδ έδωσε στον Ορνάν, για τον τόπο, χρυσάφι βάρους 600 σίκλων.

26 Και ο Δαβίδ οικοδόμησε εκεί θυσιαστήριο στον Κύριο, και πρόσφερε ολοκαυτώματα και ειρηνικές προσφορές, και επικαλέστηκε τον Κύριο· και τον εισάκουσε, [στέλνοντας] φωτιά από τον ουρανό επάνω στο θυσιαστήριο της ολοκαύτωσης.

27 Και ο Κύριος πρόσταξε τον άγγελο, και γύρισε τη ρομφαία του στη θήκη της.

28 Κατά την εποχή εκείνη, όταν ο Δαβίδ είδε ότι ο Κύριος τον εισάκουσε στο αλώνι τού Ορνάν τού Ιεβουσαίου, θυσίασε εκεί.

29 Επειδή, η σκηνή τού Κυρίου, που ο Μωυσής είχε κάνει στην έρημο, και το θυσιαστήριο της ολοκαύτωσης, [ήσαν] κατά την εποχή εκείνη στον ψηλό τόπο τής Γαβαών.

30 Και ο Δαβίδ δεν μπορούσε να πάει μπροστά της για να ρωτήσει τον Θεό, επειδή φοβόταν, εξαιτίας τής ρομφαίας τού αγγέλου τού Κυρίου.