Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13

Νεεμίας Κεφ. 9

1 Και την 24η ημέρα αυτού τού μήνα οι γιοι Ισραήλ συγκεντρώθηκαν με νηστεία, και με σάκους, και με χώμα επάνω τους.

2 Και χωρίστηκε το σπέρμα τού Ισραήλ από όλους τούς ξένους· και αφού στάθηκαν όρθιοι, εξομολογήθηκαν τις αμαρτίες τους, και τις ανομίες των πατέρων τους.

3 Και καθώς στάθηκαν όρθιοι στον τόπο τους, διάβασαν στο βιβλίο τού νόμου τού Κυρίου τού Θεού τους, για [ένα] τέταρτο της ημέρας· και για [ένα] τέταρτο εξομολογούνταν, και προσκυνούσαν τον Κύριο τον Θεό τους.

4 Τότε σηκώθηκε επάνω στο βήμα των Λευιτών ο Ιησούς, και ο Βανί, ο Καδμιήλ, ο Σεβανίας, ο Βουννί, ο Σερεβίας, ο Βανί, και ο Χανανί, και αναβόησαν με δυνατή φωνή στον Κύριο τον Θεό τους.

5 Και οι Λευίτες, ο Ιησούς, και ο Καδμιήλ, ο Βανί, ο Ασαβνίας, ο Σερεβίας, ο Ωδίας, ο Σεβανίας, [και] ο Πεθαϊα, είπαν: Σηκωθείτε, ευλογήστε τον Κύριο τον Θεό σας, από τον αιώνα μέχρι τον αιώνα· και ας είναι, [Θεέ], ευλογημένο το ένδοξό σου όνομα, που [είναι] πιο πάνω από κάθε ευλογία και αίνεση.

6 Εσύ αυτός είσαι ο μόνος Κύριος· εσύ δημιούργησες τον ουρανό, τους ουρανούς των ουρανών, και ολόκληρη τη στρατιά τους, τη γη, και όλα όσα [είναι] επάνω σ’ αυτή, τις θάλασσες, και όλα όσα [είναι] μέσα σ’ αυτές, κι εσύ ζωοποιείς όλα αυτά· κι εσένα προσκυνούν οι στρατιές των ουρανών.

7 Εσύ είσαι ο Κύριος ο Θεός, που διάλεξες τον Άβραμ, και τον έβγαλες από την Ουρ των Χαλδαίων, και του έδωσες το όνομα Αβραάμ·

8 και βρήκες την καρδιά του πιστή μπροστά σου, και έκανες σ’ αυτόν διαθήκη, ότι θα δώσεις τη γη των Χαναναίων, των Χετταίων, των Αμορραίων, και των Φερεζαίων, και των Ιεβουσαίων, και των Γεργεσαίων, ότι θα τη δώσεις στο σπέρμα του· και εκτέλεσες τα λόγια σου· επειδή, εσύ [είσαι] δίκαιος.

9 Και είδες τη θλίψη των πατέρων μας στην Αίγυπτο, και άκουσες την κραυγή τους στην Ερυθρά Θάλασσα·

10 και έδειξες σημεία και τέρατα ενάντια στον Φαραώ, και ενάντια σε όλους τους δούλους του, και ενάντια σε ολόκληρο τον λαό τής γης του· επειδή, γνώρισες ότι υπερηφανεύθηκαν εναντίον τους. Και έκανες στον εαυτό σου όνομα, όπως τη σημερινή ημέρα.

11 Και έσχισες στα δύο τη θάλασσα μπροστά τους, και διάβηκαν διαμέσου ξηράς στο μέσον τής θάλασσας· κι εκείνους που τους καταδίωκαν, τους έρριξες στα βάθη, σαν πέτρα σε δυνατά νερά·

12 και τους οδήγησες την ημέρα με στύλο νεφέλης, και τη νύχτα με στύλο φωτιάς, για να φωτίζεις σ’ αυτούς τον δρόμο, από τον οποίο επρόκειτο να περάσουν.

13 Και κατέβηκες επάνω στο βουνό Σινά, και μίλησες μαζί τους από τον ουρανό, και τους έδωσες ευθείες κρίσεις, και αληθινούς νόμους, διατάγματα και αγαθές εντολές·

14 και το άγιο σάββατό σου [το] έκανες σ’ αυτούς γνωστό, και τους πρόσταξες εντολές, και διατάγματα, και νόμους, διαμέσου τού Μωυσή, του δούλου σου.

15 Και στην πείνα τους, έδωσες σ’ αυτούς ψωμί από τον ουρανό, και στη δίψα τους, έβγαλες σ’ αυτούς νερό από πέτρα· και τους είπες να μπουν για να κληρονομήσουν τη γη, για την οποία ύψωσες το χέρι σου ότι θα τη δώσεις σ’ αυτούς.

16 Εκείνοι, όμως, και οι πατέρες μας υπερηφανεύθηκαν, και σκλήρυναν τον τράχηλό τους, και δεν υπάκουσαν στις εντολές σου·

17 κι αρνήθηκαν να υπακούσουν και δεν θυμήθηκαν τα θαυμάσιά σου, που έκανες σ’ αυτούς· αλλά, σκλήρυναν τον τράχηλό τους, και στην αποστασία τους διόρισαν αρχηγό για να επιστρέψουν στη δουλεία τους. Αλλ’ εσύ [είσαι] Θεός συγχωρητικός, ελεήμονας και οικτίρμονας, μακρόθυμος και πολυέλεος, και δεν τους εγκατέλειψες.

18 Μάλιστα, όταν έκαναν για τον εαυτό τους χωνευτό μοσχάρι, και είπαν: Αυτός [είναι] ο Θεός σου, που σε ανέβασε από την Αίγυπτο, και έπραξαν μεγάλους παροργισμούς·

19 εσύ, όμως, στους μεγάλους σου οικτιρμούς, δεν τους εγκατέλειψες στην έρημο· ο στύλος τής νεφέλης δεν ξέκλινε απ’ αυτούς την ημέρα, για να τους οδηγεί στον δρόμο, ούτε ο στύλος τής φωτιάς τη νύχτα, για να φωτίζει σ’ αυτούς, και τον δρόμο από τον οποίο επρόκειτο να περάσουν.

20 Και [τους] έδωσες το αγαθό σου πνεύμα, για να τους συνετίζει· και δεν τους στέρησες το μάννα σου από το στόμα τους, και τους έδωσες και νερό στη δίψα τους.

21 Και τους έθρεψες 40 χρόνια στην έρημο· δεν τους έλειψε τίποτε· τα ιμάτιά τους δεν πάλιωσαν, και τα πόδια τους δεν πρήστηκαν.

22 Και τους έδωσες βασίλεια και λαούς, και τα διαμοίρασες σ’ αυτούς για μερίδες· και κληρονόμησαν τη γη τού Σηών, και τη γη τού βασιλιά τής Εσεβών, και τη γη τού Ωγ, του βασιλιά τής Βασάν.

23 Και πλήθυνες τους γιους τους όπως τα αστέρια τού ουρανού· και τους έφερες στη γη, στην οποία είπες στους πατέρες τους να μπουν μέσα, για να [την] κληρονομήσουν.

24 Και οι γιοι [τους] μπήκαν μέσα και κληρονόμησαν τη γη· και υπέταξες μπροστά τους τούς κατοίκους τής γης, τους Χαναναίους, και τους παρέδωσες στα χέρια τους, και τους βασιλιάδες τους, και τους λαούς τής γης, για να κάνουν σ’ αυτούς σύμφωνα με τη θέλησή τους.

25 Και κυρίευσαν ισχυρές πόλεις, και εύφορη γη, και κληρονόμησαν σπίτια γεμάτα από όλα τα αγαθά, πηγάδια ανοιγμένα, αμπελώνες και ελαιώνες, και καρποφόρα δέντρα σε αφθονία· και έφαγαν και χόρτασαν, και πάχυναν και απόλαυσαν, μέσα στη μεγάλη σου αγαθότητα.

26 Και απείθησαν και επαναστάτησαν εναντίον σου, και έρριξαν τον νόμο σου πίσω από τις πλάτες τους, και φόνευσαν τους προφήτες σου, που διαμαρτύρονταν εναντίον τους, για να τους κάνουν να επιστρέψουν σε σένα, και έπραξαν μεγάλους παροργισμούς.

27 Γι’ αυτό, τους παρέδωσες στο χέρι αυτών που τους έθλιψαν και τους κατέθλιψαν· και στον καιρό τής θλίψης τους, αναβόησαν σε σένα, κι εσύ τους εισάκουσες από τον ουρανό· και σύμφωνα με τους πολλούς οικτιρμούς σου έδωσες σ’ αυτούς σωτήρες, και τους έσωσαν από το χέρι αυτών που τους έθλιβαν.

28 Αλλά, αφού αναπαύθηκαν, στράφηκαν στο να πράττουν πονηρά μπροστά σου· γι’ αυτό, τους εγκατέλειψες στο χέρι των εχθρών τους, και τους εξουσίασαν· όταν, όμως, επέστρεψαν, και αναβόησαν σε σένα, εσύ τους εισάκουσες από τον ουρανό· και πολλές φορές τους ελευθέρωσες σύμφωνα με τους οικτιρμούς σου.

29 Και διαμαρτυρήθηκες εναντίον τους, για να τους κάνεις να επιστρέψουν στον νόμο σου· όμως, αυτοί υπερηφανεύθηκαν, και δεν υπάκουσαν στις εντολές σου, αλλά αμάρτησαν στις κρίσεις σου, τις οποίες, αν κάποιος [τις] εκτελεί, θα ζήσει διαμέσου αυτών· και έστρεψαν πλάτες απείθειας, και σκλήρυναν τον τράχηλό τους, και δεν άκουσαν.

30 Και όμως, πολλά χρόνια τούς υπέμεινες και διαμαρτυρήθηκες εναντίον τους, διαμέσου τού πνεύματός σου, διαμέσου των προφητών σου· αλλά, δεν έδωσαν ακρόαση· γι’ αυτό, τους παρέδωσες στο χέρι τών λαών τών τόπων.

31 Όμως, εξαιτίας των πολλών οικτιρμών σου δεν τους συντέλεσες ούτε τους εγκατέλειψες· επειδή, είσαι Θεός οικτίρμονας και ελεήμονας.

32 Τώρα, λοιπόν, Θεέ μας, ο μεγάλος, ο ισχυρός και φοβερός Θεός, που φυλάττεις τη διαθήκη και το έλεος, ας μη φανεί μικρή μπροστά σου όλη η θλίψη, που μας βρήκε, τους βασιλιάδες μας, τους άρχοντές μας, και τους ιερείς μας, και τους προφήτες μας, και τους πατέρες μας, και ολόκληρο τον λαό σου, από τις ημέρες των βασιλιάδων τής Ασσυρίας μέχρι αυτή την ημέρα.

33 Είσαι, βέβαια, δίκαιος σε όλα όσα ήρθαν επάνω μας· επειδή, εσύ μεν έκανες αλήθεια, εμείς όμως ασεβήσαμε.

34 Και οι βασιλιάδες μας, οι άρχοντές μας, οι ιερείς μας, και οι πατέρες μας, δεν φύλαξαν τον νόμο σου, και δεν έδωσαν προσοχή στις εντολές σου, και στα μαρτύριά σου, με τα οποία διαμαρτυρήθηκες εναντίον τους.

35 Επειδή, αυτοί, στη βασιλεία τους, και στη μεγάλη σου αγαθοσύνη, που έδωσες σ’ αυτούς, στην πλατιά και εύφορη γη, που τους έδωσες, δεν σε δούλεψαν ούτε στράφηκαν μακριά από τα πονηρά τους έργα.

36 Δες, δούλοι είμαστε αυτή την ημέρα· μέσα στη γη, που έδωσες στους πατέρες μας, για να τρώνε τον καρπό της και τα αγαθά της, δες, δούλοι είμαστε επάνω σ’ αυτή·

37 κι αυτή δίνει μεγάλη αφθονία στους βασιλιάδες, που επέβαλες επάνω μας εξαιτίας των αμαρτιών μας· και κατεξουσιάζουν επάνω στα σώματά μας, κι επάνω στα κτήνη μας, σύμφωνα με την αρέσκειά τους· και είμαστε σε μεγάλη θλίψη.

38 Γι’ αυτό, εξαιτίας όλων αυτών, εμείς κάνουμε [μια] πιστή [συνθήκη], και [τη] γράφουμε· και την επισφραγίζουν οι άρχοντές μας, οι Λευίτες μας, και οι ιερείς μας.