Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10

Εσθήρ Κεφ. 5

1 ΚΑΙ την τρίτη ημέρα, η Εσθήρ, αφού ντύθηκε τη βασιλική στολή, στάθηκε στην εσωτερική αυλή τού βασιλικού οίκου, απέναντι από τον οίκο τού βασιλιά· και ο βασιλιάς καθόταν επάνω στον βασιλικό θρόνο του, στον βασιλικό οίκο, απέναντι από την πύλη τού οίκου.

2 Και ο βασιλιάς καθώς είδε τη βασίλισσα Εσθήρ να στέκεται στην αυλή, βρήκε χάρη μπροστά του· και άπλωσε ο βασιλιάς προς την Εσθήρ το χρυσό σκήπτρο, που ήταν στο χέρι του· και η Εσθήρ πλησίασε και άγγιξε την άκρη τού σκήπτρου.

3 Και ο βασιλιάς τής είπε: Τι θέλεις, βασίλισσα Εσθήρ; Και ποιο είναι το αίτημά σου; Και μέχρι του μισού τής βασιλείας, θα σου δοθεί.

4 Και η Εσθήρ αποκρίθηκε: Αν είναι αρεστό στον βασιλιά, ας έρθει ο βασιλιάς και ο Αμάν, σήμερα στο συμπόσιο, που ετοίμασα γι’ αυτόν.

5 Και ο βασιλιάς είπε: Κάντε να σπεύσει ο Αμάν, για να κάνει τον λόγο τής Εσθήρ. Και ήρθαν ο βασιλιάς και ο Αμάν στο συμπόσιο, που έκανε η Εσθήρ.

6 Και είπε ο βασιλιάς στην Εσθήρ στο συμπόσιο του κρασιού: Ποιο είναι το ζήτημά σου; Και θα δοθεί σε σένα· και ποιο είναι το αίτημά σου; Και μέχρι του μισού τής βασιλείας αν ζητήσεις, θα γίνει.

7 Τότε, απαντώντας η Εσθήρ είπε: Το ζήτημά μου και το αίτημά μου είναι:

8 Αν βρήκα χάρη μπροστά στον βασιλιά, και αν είναι αρεστό στον βασιλιά να εκτελέσει το ζήτημά μου, και να κάνει το αίτημά μου, ας έρθει ο βασιλιάς και ο Αμάν στο συμπόσιο που θα ετοιμάσω γι’ αυτούς· και αύριο θα κάνω σύμφωνα με τον λόγο τού βασιλιά.

9 Τότε ο Αμάν βγήκε εκείνη την ημέρα καταχαρούμενος και εύθυμος στην καρδιά· αλλ’ όταν ο Αμάν είδε τον Μαροδοχαίο στην πύλη τού βασιλιά, ότι δεν σηκώθηκε ούτε κινήθηκε γι’ αυτόν, ο Αμάν γέμισε από θυμό ενάντια στον Μαροδοχαίο.

10 Αλλ’ ο Αμάν συγκράτησε τον εαυτό του· και μπαίνοντας στο σπίτι του, έστειλε και κάλεσε τους φίλους του, και τη γυναίκα του, τη Ζερές,

11 και τους διηγήθηκε ο Αμάν για τη δόξα τού πλούτου του, και για το πλήθος των παιδιών του, και πόσο τον μεγάλυνε ο βασιλιάς, και με ποιον τρόπο τον ύψωσε πιο πάνω από τους άρχοντες και τους δούλους τού βασιλιά.

12 Και είπε ο Αμάν: Μάλιστα, η βασίλισσα Εσθήρ δεν προσκάλεσε στο συμπόσιο που έκανε, παρά εμένα, μαζί με τον βασιλιά· και αύριο πάλι είμαι προσκαλεσμένος σ’ αυτή μαζί με τον βασιλιά·

13 εντούτοις, όλα αυτά δεν με ωφελούν, όσο βλέπω τον Μαροδοχαίο, τον Ιουδαίο, να κάθεται στην πύλη τού βασιλιά.

14 Και του είπε η γυναίκα του, η Ζερές, και όλοι οι φίλοι του: Ας κατασκευαστεί ένα ξύλο ύψους 50 πήχες, και το πρωί πες στον βασιλιά να κρεμαστεί ο Μαροδοχαίος επάνω σ’ αυτό· τότε, πήγαινε υπερχαρούμενος μαζί με τον βασιλιά στο συμπόσιο. Και το πράγμα άρεσε στον Αμάν, και πρόσταξε να ετοιμαστεί το ξύλο.