Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10

Εσθήρ Κεφ. 6

1 Εκείνη τη νύχτα ο ύπνος έφυγε από τον βασιλιά· και πρόσταξε να του φέρουν το βιβλίο των υπομνημάτων των χρονικών· και τα διάβαζαν μπροστά στον βασιλιά.

2 Και βρέθηκε γραμμένο ότι, ο Μαροδοχαίος είχε αναγγείλει για τον Βιχθάν και τον Θερές, δύο από τους ευνούχους τού βασιλιά, που ήσαν θυρωροί, οι οποίοι είχαν ζητήσει να βάλουν χέρι επάνω στον βασιλιά Ασσουήρη.

3 Και ο βασιλιάς είπε: Ποια τιμή και αξιοπρέπεια έγινε στον Μαροδοχαίο για το πράγμα αυτό; Και οι δούλοι τού βασιλιά, που τον υπηρετούσαν, είπαν: Τίποτε δεν έγινε σ’ αυτόν.

4 Και ο βασιλιάς είπε: Ποιος είναι στην αυλή; Είχε, τότε, έρθει ο Αμάν στην εξωτερική αυλή τού βασιλικού οίκου, για να πει στον βασιλιά να κρεμάσει τον Μαροδοχαίο στο ξύλο που είχε ετοιμάσει γι’ αυτόν.

5 Και είπαν σ’ αυτόν οι δούλοι τού βασιλιά: Να, ο Αμάν στέκεται στην αυλή. Και ο βασιλιάς είπε: Ας έρθει μέσα.

6 Και όταν ο Αμάν μπήκε μέσα, ο βασιλιάς είπε σ’ αυτόν: Τι πρέπει να γίνει στον άνθρωπο, που ο βασιλιάς ευχαριστιέται να τιμήσει; Και ο Αμάν στοχάστηκε στην καρδιά του: Σε ποιον άλλον επρόκειτο ο βασιλιάς να ευαρεστηθεί να κάνει τιμή, παρά σε μένα;

7 Αποκρίθηκε, λοιπόν, ο Αμάν στον βασιλιά: Για τον άνθρωπο, που ο βασιλιάς ευαρεστείται να τιμήσει,

8 ας φέρουν τη βασιλική στολή, που ντύνεται ο βασιλιάς, και το άλογο που ιππεύει ο βασιλιάς, και να τοποθετηθεί το βασιλικό διάδημα επάνω στο κεφάλι του·

9 κι αυτή η στολή και το άλογο να δοθούν στο χέρι κάποιου από τους μεγαλύτερους άρχοντες του βασιλιά, για να στολίσει τον άνθρωπο, τον οποίο ευαρεστείται ο βασιλιάς να τιμήσει· και φέρνοντάς τον έφιππον μέσα από τους δρόμους τής πόλης, ας κηρύττει μπροστά του: Έτσι θα γίνεται στον άνθρωπο που ο βασιλιάς ευαρεστείται να τιμήσει.

10 Και ο βασιλιάς είπε στον Αμάν: Κάνε γρήγορα, πάρε τη στολή και το άλογο, καθώς είπες, και κάνε έτσι στον Μαροδοχαίο τον Ιουδαίο, που κάθεται στη βασιλική πύλη· ας μη λείψει τίποτε από όλα όσα είπες.

11 Και ο Αμάν πήρε τη στολή και το άλογο, και στόλισε τον Μαροδοχαίο, και τον έφερε έφιππο μέσα από τους δρόμους τής πόλης, κηρύττοντας μπροστά του: Έτσι θα γίνεται στον άνθρωπο, τον οποίο ο βασιλιάς ευαρεστείται να τιμήσει.

12 Και ο Μαροδοχαίος γύρισε στην πύλη τού βασιλιά· και ο Αμάν έσπευσε στο σπίτι του καταλυπημένος, και έχοντας σκεπασμένο το κεφάλι του.

13 Και ο Αμάν διηγήθηκε στη γυναίκα του, τη Ζερές, και σε όλους τους φίλους του, όλα όσα του συνέβησαν. Και οι σοφοί του, και η γυναίκα του, η Ζερές, είπαν σ’ αυτόν: Αν ο Μαροδοχαίος, μπροστά στον οποίο άρχισες να ξεπέφτεις, είναι από το σπέρμα των Ιουδαίων, δεν θα υπερισχύσεις εναντίον του, αλλ’ εξάπαντος θα πέσεις μπροστά του.

14 Ενώ ακόμα μιλούσαν μαζί του, έφτασαν οι ευνούχοι τού βασιλιά, και έσπευσαν να φέρουν τον Αμάν στο συμπόσιο, που ετοίμασε η Εσθήρ.