Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42

Ιώβ Κεφ. 6

1 ΚΑΙ ο Ιώβ απάντησε, και είπε:

2 Είθε να ζυγιζόταν πραγματικά η λύπη μου, και η συμφορά μου να έμπαινε ολόκληρη, μαζί, επάνω στην πλάστιγγα!

3 Επειδή, τώρα θα ήταν πιο βαριά από την άμμο τής θάλασσας· γι’ αυτό τα λόγια μου καταπίνονται.

4 Επειδή, τα βέλη τού Παντοδύναμου βρίσκονται μέσα μου, από τα οποία το πνεύμα μου πίνει το φαρμάκι τους· οι τρόμοι τού Θεού παρατάσσονται εναντίον μου.

5 Γκαρίζει ο άγριος γάιδαρος κοντά στο χορτάρι; Ή, μουγκρίζει το βόδι κοντά στη φάτνη του;

6 Τρώγεται το άνοστο χωρίς αλάτι; Ή, υπάρχει γεύση στο ασπράδι του αυγού;

7 Τα πράγματα, που η ψυχή μου αποστρεφόταν να αγγίξει, έγιναν σαν το αηδιαστικό φαγητό μου.

8 Είθε να απολάμβανα το αίτημά μου, και ο Θεός να μου έδινε την επιθυμία μου!

9 Και ο Θεός να ήθελε να ευαρεστηθεί να με αφανίσει· να εξαπολύσει το χέρι του, και να με κόψει!

10 Κι ακόμα, θα είναι η παρηγοριά μου, ότι, και αν καταναλωθώ μέσα στη θλίψη, κι αυτός δεν με λυπηθεί, εγώ τα λόγια τού Αγίου δεν τα έκρυψα.

11 Ποια είναι η δύναμή μου, ώστε να εγκαρτερώ; Και ποιο είναι το τέλος μου, ώστε η ψυχή μου να υποφέρει;

12 Μήπως η δύναμή μου είναι δύναμη από πέτρες; Ή, η σάρκα μου είναι χαλκός;

13 Μήπως δεν έλειψε μέσα μου ολοκληρωτικά η βοήθειά μου; Και η σωτηρία δεν απομακρύνθηκε από μένα;

14 Στον θλιμμένο οφείλεται έλεος από τον φίλο του· αυτός, όμως, εγκατέλειψε τον φόβο τού Παντοδύναμου.

15 Οι αδελφοί μου φέρθηκαν απατηλά σαν χείμαρρος, πέρασαν σαν ρεύμα χειμάρρων·

16 που θολώνονται από τον πάγο, στους οποίους το χιόνι διαλύεται·

17 όταν θερμανθούν, εκλείπουν· όταν γίνει θερμότητα, εξαλείφονται από τον τόπο τους·

18 τα ίχνη τής πορείας τους συστρέφονται· καταντούν στο μηδέν, και χάνονται·

19 τα πλήθη τής Θαιμά θωρούσαν, οι συνοδοιπόροι τής Σεβά τούς περίμεναν·

20 διαψεύστηκαν από την ελπίδα τους· ήρθαν εκεί, και ντροπιάστηκαν.

21 Τώρα, κι εσείς είστε όπως αυτοί· είδατε την πληγή μου, και τρομάξατε.

22 Μήπως εγώ είπα: Φέρτε μου; Ή: Δώστε μου ένα δώρο από την περιουσία σας;

23 Ή: Ελευθερώστε με από το χέρι τού εχθρού; Ή: Λυτρώστε με από το χέρι των ισχυρών;

24 Διδάξτε με, κι εγώ θα σιωπήσω· και δείξτε μου σε τι έσφαλα.

25 Πόσο δυνατά είναι τα σωστά λόγια! Ο έλεγχός σας, όμως, τι αποδεικνύει;

26 Φαντάζεστε να ελέγξετε λόγια, ενώ οι ομιλίες τού απελπισμένου είναι σαν άνεμος;

27 Πραγματικά, εσείς πέφτετε επάνω στον ορφανό, και σκάβετε λάκκο στον φίλο σας.

28 Τώρα, λοιπόν, ευαρεστηθείτε να κοιτάξετε σε μένα, επειδή, μπροστά σας είναι το πράγμα, αν εγώ ψεύδομαι.

29 Επιστρέψτε, παρακαλώ· ας μη γίνει αδικία· ναι, επιστρέψτε πάλι· η δικαιοσύνη μου βρίσκεται σ’ αυτό.

30 Υπάρχει αδικία στη γλώσσα μου; Ο ουρανίσκος μου δεν μπορεί να διακρίνει τα διεφθαρμένα;