Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 7

Ύμνος τού Δαβίδ, που έψαλλε στον Κύριο σε σχέση με τα λόγια του Χους, του Βενιαμίτη.

1 ΚΥΡΙΕ, ο Θεός μου, σε σένα ελπίζω· σώσε με απ’ όλους εκείνους που με καταδιώκουν, κι ελευθέρωσέ με·

2 μήπως και ο εχθρός αρπάξει σαν λιοντάρι την ψυχή μου, και τη διασπαράξει, χωρίς να υπάρξει ελευθερωτής.

3 Κύριε, ο Θεός μου, αν εγώ το έπραξα αυτό, αν στα χέρια μου είναι ανομία·

4 αν ανταπέδωσα κακό σ’ εκείνον που ειρηνεύει μαζί μου ή κατέθλιψα εκείνον που αναίτια με καταδιώκει·

5 ας καταδιώξει ο εχθρός την ψυχή μου, και ας τη φτάσει· και ας καταπατήσει στη γη τη ζωή μου, και ας καταβάλει τη δόξα μου στο χώμα. (Διάψαλμα).

6 Σήκω, Κύριε, στην οργή σου· υψώσου, εξαιτίας τής λύσσας των εχθρών μου· σήκω επάνω για μένα, για την κρίση που πρόσταξες.

7 Και θα σε περικυκλώσει η σύναξη των λαών· κι εσύ, επίστρεψε, κάθησε ψηλότερα απ’ αυτή, σε ύψος.

8 Ο Κύριος θα κρίνει τούς λαούς. Κρίνε με, Κύριε, σύμφωνα με τη δικαιοσύνη μου, και σύμφωνα με την ακεραιότητά μου, που είναι μέσα μου.

9 Ας τελειώσει πλέον η κακία των ασεβών· και στερέωσε τον δίκαιο, εσύ, ο δίκαιος Θεός, που εξετάζεις καρδιές και νεφρά.

10 Η ασπίδα μου είναι στον Θεό, που σώζει τούς ευθείς στην καρδιά.

11 Ο Θεός είναι δίκαιος κριτής, και Θεός που οργίζεται κάθε ημέρα.

12 Αν ο ασεβής δεν επιστρέψει, θα ακονίσει τη ρομφαία του· έχει τεντώσει το τόξο του, και το ετοίμασε·

13 και γι’ αυτόν ετοίμασε όργανα θανάτου· προσάρμοσε τα βέλη του ενάντια στους διώκτες.

14 Δες, ο ασεβής κοιλοπονεί ανομία· και συνέλαβε πονηρία, και γέννησε ψέμα·

15 έσκαψε λάκκο και τον βάθυνε· όμως, αυτός θα πέσει στον βόθρο που έκανε.

16 Η πονηρία του θα επιστρέψει ενάντια στο κεφάλι του, και η καταδυναστεία του θα κατέβει επάνω στην κορυφή τού κεφαλιού του.

17 Εγώ θα επαινώ τον Κύριο, σύμφωνα με τη δικαιοσύνη του, και θα ψαλμωδώ στο όνομα του Κυρίου, του Υψίστου.