Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 18

Στον αρχιμουσικό. Ψαλμός τού Δαβίδ τού δούλου τού Κυρίου, που μίλησε στον Κύριο τα λόγια αυτού τού ύμνου,, κατά την ημέρα που ο Κύριος τον ελευθέρωσε από το χέρι όλων των εχθρών του, και από το χέρι τού Σαούλ· και είπε:

1 ΘΑ σε αγαπώ, Κύριε, η δύναμή μου·

2 Ο Κύριος είναι πέτρα μου, και φρούριό μου, και ελευθερωτής μου· Θεός μου, βράχος μου· σ’ αυτόν θα ελπίζω· η ασπίδα μου, και το στήριγμα της σωτηρίας μου· ψηλός πύργος μου.

3 Θα επικαλεστώ τον αξιύμνητο Κύριο, και θα σωθώ από τους εχθρούς μου.

4 Πόνοι θανάτου με περικύκλωσαν, και χείμαρροι ανομίας με κατατρόμαξαν·

5 πόνοι τού άδη με περικύκλωσαν, παγίδες θανάτου με έφτασαν.

6 Στη στενοχώρια μου επικαλέστηκα τον Κύριο και αναβόησα στον Θεό μου. Άκουσε από τον ναό του τη φωνή μου και η κραυγή μου ήρθε μπροστά του, έφτασε στ’ αυτιά του.

7 Τότε, σαλεύτηκε η γη και σείστηκε, και τα θεμέλια των βουνών ταράχτηκαν και σαλεύτηκαν, επειδή οργίστηκε.

8 Καπνός ανέβαινε από τους μυκτήρες του, και φωτιά από το στόμα του που κατέτρωγε· κάρβουνα άναψαν απ’ αυτήν.

9 Και χαμήλωσε τους ουρανούς, και κατέβηκε, και κάτω από τα πόδια του πυκνό σκοτάδι.

10 Κι ανέβηκε επάνω σε χερουβείμ και πέταξε· και πέταξε επάνω σε φτερούγες ανέμων.

11 Έβαλε το σκοτάδι για απόκρυφο τόπο του· η σκηνή του, ολόγυρά του, ήσαν νερά σκοτεινά, πυκνά σύννεφα των ανέμων.

12 Από τη λάμψη που ήταν μπροστά του, πέρασαν τα δικά του σύννεφα, χαλάζι και κάρβουνα φωτιάς.

13 Και ο Κύριος βρόντησε στους ουρανούς, και ο Ύψιστος έδωσε να ακουστεί η φωνή του· χαλάζι και κάρβουνα φωτιάς.

14 Και έστειλε τα βέλη του, και τους σκόρπισε· και πλήθυνε τις αστραπές, και τους συντάραξε.

15 Και φάνηκαν τα βάθη των νερών, και αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια της οικουμένης, από την επιτίμησή σου, Κύριε, από το φύσημα της πνοής των μυκτήρων σου.

16 Έστειλε από ψηλά· με πήρε· με τράβηξε από πολλά νερά.

17 Με ελευθέρωσε από τον δυνατό εχθρό μου, και από εκείνους που με μισούσαν, επειδή ήσαν πιο δυνατοί από μένα.

18 Με πρόφτασαν την ημέρα τής θλίψης μου· αλλά, ο Κύριος στάθηκε το αντιστήριγμά μου·

19 και με έβγαλε σε ευρυχωρία· με ελευθέρωσε, επειδή ευδόκησε σε μένα.

20 Ο Κύριος με αντάμειψε σύμφωνα με τη δικαιοσύνη μου· μου ανταπέδωσε σύμφωνα με την καθαρότητα των χεριών μου.

21 Επειδή, φύλαξα τους δρόμους τού Κυρίου, και δεν ασέβησα, παρεκκλίνοντας από τον Θεό μου.

22 Επειδή, όλες οι κρίσεις του ήσαν μπροστά μου, και τα διατάγματά του δεν τα απομάκρυνα από μένα·

23 και στάθηκα άμεμπτος απέναντί του, και φυλάχθηκα από την ανομία μου.

24 Και ο Κύριος μου ανταπέδωσε σύμφωνα με τη δικαιοσύνη μου, σύμφωνα με την καθαρότητα των χεριών μου μπροστά στα μάτια του.

25 Με όσιον, όσιος θα είσαι, με άνδρα τέλειον, τέλειος θα είσαι·

26 με καθαρόν, καθαρός θα είσαι· και με διεστραμμένον, διεστραμμένα θα φερθείς.

27 Επειδή, εσύ θα σώσεις λαόν θλιμμένο· τα υπερήφανα μάτια, όμως, θα τα ταπεινώσεις.

28 Επειδή, εσύ θα φωτίσεις το λυχνάρι μου· ο Κύριος, ο Θεός μου, θα φωτίσει το σκοτάδι μου.

29 Επειδή, με σένα θα διασπάσω στράτευμα, και με τον Θεό μου θα πηδήσω επάνω από τείχος.

30 Του Θεού, ο δρόμος του είναι άμωμος· ο λόγος τού Κυρίου είναι δοκιμασμένος· είναι ασπίδα όλων εκείνων που ελπίζουν σ’ αυτόν.

31 Επειδή, ποιος Θεός υπάρχει, εκτός από τον Κύριο; Και ποιος φρούριο, εκτός από τον Θεό μας;

32 Ο Θεός είν’ αυτός που με περιζώνει με δύναμη, και κάνει άμωμο τον δρόμο μου.

33 Κάνει τα πόδια μου σαν των ελαφιών, και με στήνει επάνω στους ψηλούς τόπους μου.

34 Διδάσκει τα χέρια μου σε πόλεμο, και έκανε τους βραχίονές μου χάλκινο τόξο.

35 Και έδωσες σε μένα την ασπίδα τής σωτηρίας σου· και το δεξί σου χέρι με υποστήριξε, και η αγαθότητά σου με μεγάλυνε.

36 Πλάτυνες τα βήματά μου, από κάτω μου, και τα πόδια μου δεν κλονίστηκαν.

37 Καταδίωξα τους εχθρούς μου, και τους έφτασα· και δεν γύρισα πίσω, μέχρις ότου τους συντέλεσα.

38 Τους σύντριψα, και δεν μπόρεσαν να ανασηκωθούν· έπεσαν κάτω από τα πόδια μου.

39 Και με περίζωσες με δύναμη για πόλεμο· συγκύρτωσες από κάτω μου εκείνους που επαναστάτησαν εναντίον μου.

40 Και έκανες τους εχθρούς μου να στρέψουν σε μένα τα νώτα, και εξολόθρευσα αυτούς που με μισούσαν.

41 Φώναξαν δυνατά, αλλά κανένας που να σώζει· φώναξαν δυνατά και προς τον Κύριο, αλλά δεν τους εισάκουσε.

42 Και τους κονιορτοποίησα, όπως τη σκόνη στο πρόσωπο του ανέμου· τους αποτίναξα, όπως τη λάσπη στους δρόμους.

43 Με ελευθέρωσες από τις αντιλογίες τού λαού· με έκανες κεφαλή των εθνών· λαός, που δεν τον γνώρισα, με υπηρέτησε.

44 Μόλις άκουσαν, αμέσως υπάκουσαν σε μένα· ξένοι υποτάχθηκαν σε μένα.

45 Ξένοι παρέλυσαν, και κατατρόμαξαν από τους απόκρυφους τόπους τους.

46 Ζει ο Κύριος, και ευλογημένο το φρούριό μου· και ας υψωθεί ο Θεός τής σωτηρίας μου.

47 Ο Θεός είναι που κάνει εκδίκηση για μένα, και υποτάσσει τους λαούς κάτω από μένα·

48 ο οποίος με ελευθερώνει από τους εχθρούς μου. Ναι, με υψώνεις επάνω από εκείνους που επαναστατούν ενάντια σε μένα· με ελευθέρωσες από άδικον άνδρα.

49 Γι’ αυτό, Κύριε, θα σε υμνώ ανάμεσα στα έθνη, και στο όνομά σου θα ψάλλω.

50 Αυτός μεγαλύνει τις σωτηρίες τού βασιλιά του, και κάνει έλεος στον χρισμένο του, στον Δαβίδ, και στο σπέρμα του, μέχρι τον αιώνα.