Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 31

Στον αρχιμουσικό. Ψαλμός τού Δαβίδ.

1 ΣΕ σένα, Κύριε, έλπισα· ας μη ντροπιαστώ στον αιώνα· μέσα στη δικαιοσύνη σου, σώσε με.

2 Στρέψε το αυτί σου προς εμένα· κάνε γρήγορα να με ελευθερώσεις· γίνε σε μένα ισχυρός βράχος· σπίτι καταφυγής, για να με σώσεις.

3 Επειδή, είσαι πέτρα μου και φρούριό μου· και ένεκα του ονόματός σου οδήγησέ με, και διάθρεψέ με.

4 Βγάλε με από την παγίδα, που έκρυψαν για μένα· επειδή, εσύ είσαι η δύναμή μου.

5 Στα χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου· εσύ με λύτρωσες, Κύριε, ο Θεός τής αλήθειας.

6 Μίσησα εκείνους που προσέχουν στις ματαιότητες του ψεύδους· εγώ, όμως, ελπίζω στον Κύριο.

7 Θα αγάλλομαι και θα ευφραίνομαι στο έλεός σου· επειδή, είδες τη θλίψη μου, γνώρισες την ψυχή μου μέσα σε στενοχώριες,

8 και δεν με συνέκλεισες στο χέρι τού εχθρού· έστησες τα πόδια μου σε ευρυχωρία.

9 Κύριε, ελέησέ με, επειδή είμαι μέσα σε θλίψη· μαράθηκε το μάτι μου από τη λύπη, η ψυχή μου, και η κοιλιά μου.

10 Επειδή, η ζωή μου χάθηκε μέσα σε οδύνη, και τα χρόνια μου μέσα σε στεναγμούς· η δύναμή μου αδυνάτισε από ταλαιπωρίες, και τα κόκαλά μου καταφθάρηκαν.

11 Σε όλους τους εχθρούς μου έγινα όνειδος, και στους γείτονές μου, υπερβολικά, και φόβος στους γνωστούς μου· εκείνοι που με έβλεπαν έξω, έφευγαν από μένα.

12 Ξεχάστηκα από την καρδιά σαν νεκρός· έγινα σαν σπασμένο σκεύος.

13 Επειδή άκουσα τον ονειδισμό από πολλούς· φόβος υπήρχε από παντού· όταν έκαναν συμβούλιο εναντίον μου· μηχανεύθηκαν να αφαιρέσουν τη ζωή μου.

14 Αλλά, εγώ, Κύριε, έλπισα σε σένα· είπα: Εσύ είσαι ο Θεός μου.

15 Στα χέρια σου είναι οι καιροί μου· λύτρωσέ με από τα χέρια των εχθρών μου, και από εκείνους που με καταδιώκουν.

16 Επίλαμψε το πρόσωπό σου επάνω στον δούλο σου· σώσε με μέσα στο έλεός σου.

17 Κύριε, ας μη ντροπιαστώ, επειδή σε επικαλέστηκα· ας ντροπιαστούν οι ασεβείς, ας σιωπήσουν μέσα στον άδη.

18 Τα χείλη τα δόλια ας γίνουν άλαλα, τα οποία μιλούν σκληρά ενάντια στον δίκαιο με υπερηφάνεια και καταφρόνηση.

19 Πόσο μεγάλη είναι η αγαθότητά σου, την οποία φύλαξες σ’ εκείνους που σε φοβούνται, και ενέργησες σ’ εκείνους που ελπίζουν σε σένα, μπροστά στους γιους των ανθρώπων!

20 Θα τους κρύψεις στον απόκρυφο τόπο τού προσώπου σου, από την αλαζονεία των ανθρώπων· θα τους κρύψεις μέσα σε σκηνή από την αντιλογία των γλωσσών.

21 Ευλογητός ο Κύριος, επειδή έκανε θαυμαστό το έλεός του απέναντί μου, μέσα σε οχυρή πόλη.

22 Και μέσα στην έκπληξή μου εγώ είπα: Απορρίφθηκα μπροστά από τα μάτια σου· όμως, εσύ άκουσες τη φωνή των δεήσεών μου, όταν βόησα σε σένα.

23 Αγαπήστε τον Κύριο, όλοι οι όσιοί του· ο Κύριος φυλάττει τους πιστούς, και ανταποδίδει περισσά σ’ εκείνους που πράττουν την υπερηφάνεια.

24 Ανδρίζεστε, και η καρδιά σας ας κραταιωθεί, όλοι εσείς που ελπίζετε στον Κύριο.