Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 35

Ψαλμός τού Δαβίδ.

1 ΔΙΚΑΣΕ, Κύριε, αυτούς που δικάζονται μαζί μου· πολέμησε υτούς που με πολεμούν.

2 Ανάλαβε όπλο και ασπίδα, και σήκω επάνω σε βοήθειά μου.

3 Και πιάσε το δόρυ, και απόκλεισε τον δρόμο εκείνων που με καταδιώκουν· πες στην ψυχή μου: Εγώ είμαι η σωτηρία σου.

4 Ας αισχυνθούν, και ας ντραπούν, αυτοί που ζητούν την ψυχή μου· ας στρέψουν προς τα πίσω, και ας ντροπιαστούν αυτοί που θέλουν το κακό μου.

5 Ας είναι όπως το λεπτό άχυρο μπροστά στον άνεμο, και άγγελος του Κυρίου ας τους καταδιώκει.

6 Ας είναι ο δρόμος τους σκοτάδι και γλίστρημα, και άγγελος του Κυρίου ας τους καταδιώκει.

7 Επειδή, χωρίς αιτία, έκρυψαν την παγίδα τους σε λάκκο για μένα· χωρίς αιτία τον έσκαψαν για την ψυχή μου.

8 Ας έρθει επάνω του απροσδόκητος όλεθρος· και η παγίδα του, που έκρυψε, ας πιάσει αυτόν· ας πέσει σ’ αυτήν με όλεθρο.

9 Η ψυχή μου θα αγάλλεται στον Κύριο, θα χαίρεται στη σωτηρία του.

10 Όλα τα κόκαλά μου θα πουν: Κύριε, ποιος είναι όμοιος με σένα, ο οποίος ελευθερώνεις τον φτωχό από τον ισχυρότερό του, και τον φτωχό και τον πένητα από εκείνον που τον διαρπάζει;

11 Αφού σηκώθηκαν άδικοι μάρτυρες, με ρωτούσαν για πράγμ ​​​​​​ατα που εγώ δεν ήξερα·

12 μου ανταπέδωσαν κακό αντί για καλό· στέρηση στην ψυχή μου.

13 Εγώ, όμως, όταν αυτοί βρίσκονταν σε θλίψη, ντυνόμουν σάκο· ταπείνωσα την ψυχή μου με νηστεία· και η προσευχή μου γύριζε στον κόρφο μου.

14 Φερόμουν σαν σε φίλο, σαν σε αδελφό μου· έσκυβα σκυθρωπάζοντας, σαν εκείνον που πενθεί για τη μητέρα του.

15 Αυτοί, όμως, χάρηκαν για τη συμφορά μου, και συγκεντρώθηκαν· συγκεντρώθηκαν οι χαμερπείς εναντίον μου, κι εγώ δεν ήξερα· με ξέσχιζαν, και δεν σταματούσαν·

16 με υποκριτικούς χλευαστές σε συμπόσια έτριζαν τα δόντια τους εναντίον μου.

17 Κύριε, πότε θα δεις; Ελευθέρωσε την ψυχή μου από τον όλεθρό τους, την απομονωμένη μου ψυχή από τα λιοντάρια.

18 Εγώ θα σε υμνώ μέσα σε μεγάλη σύναξη· ανάμεσα σε πολυάριθμο λαό θα σε υμνώ.

19 Ας μη χαρούν επάνω μου αυτοί που με εχθρεύονται άδικα· αυτοί που με μισούν χωρίς αιτία, ας μη κάνουν νεύματα με τα μάτια.

20 Επειδή, δεν μιλούσαν για ειρήνη, αλλά μελετούσαν δόλους ενάντια σ’ εκείνους που έμεναν ήσυχοι επάνω στη γη·

21 και άνοιξαν πλατιά το στόμα τους εναντίον μου, λέγοντας: Μπράβο, μπράβο! Είδε το μάτι μας!

22 Είδες, Κύριε· μη σιωπήσεις· Κύριε, μη απομακρυνθείς από μένα.

23 Σήκω επάνω και ξύπνα για την κρίση μου, Θεέ μου και Κύριέ μου, για τη δίκη μου.

24 Κρίνε με, Κύριε ο Θεός μου, σύμφωνα με τη δικαιοσύνη σου, και ας μη χαρούν επάνω μου.

25 Ας μη πουν στις καρδιές τους: Μπράβο, ψυχή μας! Ούτε να πουν: Τον κατάπιαμε.

26 Ας ντροπιαστούν, και ας αισχυνθούν μαζί, αυτοί που χαίρονται για το κακό μου· ας ντυθούν ντροπή και όνειδος αυτοί που κομπορρημονούν εναντίον μου.

27 Ας ευφρανθούν και ας χαρούν αυτοί που θέλουν τη δικαιοσύνη μου· και ας λένε πάντοτε: Ας μεγαλυνθεί ο Κύριος, που θέλει την ειρήνη τού δούλου του.

28 Και η γλώσσα μου θα μελετάει τη δικαιοσύνη σου και τον έπαινό σου όλη την ημέρα.