Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 38

Ψαλμός τού Δαβίδ· σε ανάμνηση.

1 ΚΥΡΙΕ, στον θυμό σου μη με ελέγξεις, ούτε να με παιδεύσεις στην οργή σου.

2 Επειδή, τα βέλη σου μπήχτηκαν βαθιά σε μένα, και το χέρι σου με καταπιέζει.

3 Δεν υπάρχει υγεία στη σάρκα μου, εξαιτίας τής οργής σου· δεν υπάρχει ειρήνη στα κόκαλά μου, εξαιτίας τής αμαρτίας μου.

4 Επειδή, οι ανομίες μου υπερέβηκαν το κεφάλι μου· υπερβάρυναν επάνω μου σαν βαρύ φορτίο.

5 Βρώμησαν και σάπισαν οι πληγές μου, εξαιτίας τής ανοησίας μου.

6 Ταλαιπωρήθηκα, κυρτώθηκα υπερβολικά· όλη την ημέρα περπατάω σκυθρωπός.

7 Επειδή, τα εντόσθιά μου γεμίζουν από φλόγωση, και στη σάρκα μου δεν υπάρχει υγεία.

8 Ασθένησα και κατακόπηκα υπερβολικά· βρυχάζω από την αδημονία τής καρδιάς μου.

9 Κύριε, μπροστά σου είναι ολόκληρη η επιθυμία μου, και ο στεναγμός μου δεν κρύβεται από σένα.

10 Η καρδιά μου ταράζεται, η δύναμή μου με εγκαταλείπει· και το φως των ματιών μου, κι αυτό δεν είναι μαζί μου.

11 Οι φίλοι μου και οι κοντινοί μου στέκονται απέναντι από την πληγή μου, και οι πιο κοντινοί μου στέκονται από μακριά.

12 Και εκείνοι που ζητούν την ψυχή μου, στήνουν σε μένα παγίδα· και εκείνοι που ζητούν το κακό μου, μιλούν πονηρά, και όλη την ημέρα μελετούν δόλους.

13 Εγώ, όμως, σαν κουφός, δεν άκουγα, και ήμουν σαν άφωνος, χωρίς να ανοίγει το στόμα του.

14 Και ήμουν σαν άνθρωπος που δεν ακούει, και χωρίς να έχει αντιλογία στο στόμα του.

15 Επειδή, έλπισα σε σένα, Κύριε· εσύ θα με εισακούσεις, Κύριε, ο Θεός μου.

16 Δεδομένου ότι, είπα: Ας μη χαρούν επάνω μου· όταν γλιστρήσει το πόδι μου, αυτοί κομπορρημονούν εναντίον μου.

17 Μια που είμαι έτοιμος να πέσω, και ο πόνος είναι πάντοτε μπροστά μου.

18 Επειδή, εγώ θα αναγγέλλω την ανομία μου, και θα λυπάμαι για την αμαρτία μου.

19 Αλλά, οι εχθροί μου ζουν, υπερισχύουν· και πλήθυναν εκείνοι που με μισούν άδικα.

20 Και εκείνοι που ανταποδίδουν κακό αντί για καλό, είναι εναντίοι μου, επειδή κυνηγώ το καλό.

21 Μη με εγκαταλείπεις, Κύριε· Θεέ μου, μη απομακρυνθείς από μένα.

22 Σπεύσε σε βοήθειά μου, Κύριε, η σωτηρία μου.