Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 73

Ψαλμός τού Ασάφ.

1 ΑΓΑΘΟΣ, πραγματικά, είναι ο Θεός στον Ισραήλ, στους καθαρούς στην καρδιά.

2 Εμένα, όμως, τα πόδια μου σχεδόν κλονίστηκαν· παρολίγο τα βήματά μου γλίστρησαν.

3 Επειδή, ζήλεψα τους μωρούς, βλέποντας την ευτυχία των ασεβών.

4 Για τον λόγο ότι, δεν υπάρχουν λύπες στον θάνατό τους, αλλά η δύναμή τους είναι στερεή.

5 Δεν είναι με κόπους, όπως οι άλλοι άνθρωποι· ούτε μαστιγώνονται μαζί με τους υπόλοιπους ανθρώπους.

6 Γι’ αυτό, η υπερηφάνεια τους περικυκλώνει σαν περιδέραιο· η αδικία τούς σκεπάζει σαν ιμάτιο.

7 Τα μάτια τους εξέχουν από το πάχος· ξεπέρασαν τις επιθυμίες τής καρδιάς τους.

8 Εμπαίζουν, και με πονηριά μιλούν καταδυναστεία· μιλούν υπερήφανα.

9 Βάζουν το στόμα τους στον ουρανό, και η γλώσσα τους διατρέχει τη γη.

10 Γι’ αυτό, ο λαός του θα στραφεί εδώ· και γι’ αυτούς εκπιέζονται νερά ενός γεμάτου ποτηριού.

11 Και λένε: Πώς τα γνωρίζει αυτά ο Θεός; Και: Υπάρχει γνώση στον Ύψιστο;

12 Δέστε, αυτοί είναι ασεβείς, και ευτυχούν για πάντα· αυξάνουν τα πλούτη τους.

13 Επομένως, μάταια καθάρισα την καρδιά μου, και ένιψα τα χέρια μου με αθωότητα.

14 Επειδή, ολόκληρη την ημέρα μαστιγώθηκα, και κάθε αυγή τιμωρήθηκα.

15 Αν πω: Θα μιλάω έτσι· δες, εξυβρίζω τη γενεά των γιων σου.

16 Και στοχάστηκα να το καταλάβω, εντούτοις μού φάνηκε δύσκολο·

17 μέχρις ότου, καθώς μπήκα μέσα στο αγιαστήριο του Θεού, κατάλαβα τα τέλη τους.

18 Εσύ, βέβαια, τους έβαλες σε ολισθηρούς τόπους· τους έρριξες σε γκρεμό.

19 Πώς με μιας κατάντησαν σε ερήμωση! Αφανίστηκαν, απολέστηκαν από ξαφνικόν όλεθρο.

20 Σαν όνειρο κάποιου που ξυπνάει, Κύριε, όταν σηκωθείς επάνω, θα αφανίσεις την εικόνα τους.

21 Έτσι καιγόταν η καρδιά μου, και βασανίζονταν τα νεφρά μου·

22 και εγώ ήμουν ανόητος, και δεν γνώριζα· κτήνος ήμουν μπροστά σου.

23 Όμως, εγώ είμαι πάντοτε μαζί σου· εσύ με έπιασες από το δεξί μου χέρι.

24 Με τη συμβουλή σου θα με οδηγήσεις, και ύστερα απ’ αυτά θα με πάρεις κοντά σου μέσα σε δόξα.

25 Ποιον άλλον έχω στον ουρανό; Και επάνω στη γη δεν θέλω άλλον, παρά εσένα.

26 Ατόνησε η σάρκα μου και η καρδιά μου· ο Θεός, όμως, είναι η δύναμη της καρδιάς μου, και η μερίδα μου στον αιώνα.

27 Επειδή, είναι φανερό, όσοι απομακρύνονται από σένα, θα χαθούν· εσύ εξολόθρευσες όλους εκείνους που παρεκκλίνουν από σένα.

28 Αλλά, για μένα, το να προσκολλώμαι στον Θεό είναι το αγαθό μου· έθεσα την ελπίδα μου επάνω σε σένα, τον Κύριο τον Θεό, για να κηρύττω όλα τα έργα σου.