Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 74

Μασχίλ τού Ασάφ.

1 ΓΙΑΤΙ, Θεέ, μας απέρριψες για πάντα; Γιατί καπνίζει η οργή σου ενάντια στα πρόβατα της βοσκής σου;

2 Θυμήσου τη συναγωγή σου, που απέκτησες από την αρχή· τη ράβδο τής κληρονομιάς σου, που λύτρωσες· αυτό το βουνό Σιών, στο οποίο κατοίκησες.

3 Κίνησε τα βήματά σου προς τις παντοτινές ερημώσεις, σε κάθε κακό, που έπραξε ο εχθρός στο αγιαστήριο.

4 Οι εχθροί σου βρυχάζουν στο μέσον των συναγωγών σου· έβαλαν σημαίες τις δικές τους σημαίες.

5 Έγινε γνωστό· σαν κάποιον που, σηκώνοντας τσεκούρι, χτυπάει επάνω σε πυκνά δέντρα,

6 έτσι, τώρα, αυτοί σύντριψαν με μιας, με τσεκούρια και σφυριά, τα πελεκητά του έργα.

7 Κατέκαψαν με φωτιά το αγιαστήριό σου μέχρι το έδαφος· βεβήλωσαν το κατοικητήριο του ονόματός σου.

8 Είπαν στην καρδιά τους: Ας τους εξολοθρεύσουμε μαζί· κατέκαψαν όλες τις συναγωγές τού Θεού στη γη.

9 Δεν βλέπουμε τα σημάδια μας· δεν υπάρχει πλέον προφήτης, ούτε κάποιος μεταξύ μας, που να γνωρίζει το μέχρι πότε.

10 Μέχρι πότε, Θεέ, θα ονειδίζει ο ενάντιος; Θα βλασφημεί ο εχθρός για πάντα το όνομά σου;

11 Γιατί αποστρέφεις το χέρι σου, και το δεξί σου χέρι; Βγάλ’το από μέσα από τον κόρφο σου, και αφάνισέ τους.

12 Ο Θεός, όμως, είναι από την αρχή Βασιλιάς μου, ο οποίος εργάζεται σωτηρία στο μέσον τής γης.

13 Εσύ με τη δύναμή σου χώρισες τη θάλασσα στα δύο· εσύ σύντριψες τα κεφάλια των δρακόντων μέσα στα νερά.

14 Εσύ σύντριψες τα κεφάλια τού Λευιάθαν· τον έδωσες βρώση στον λαό, που κατοικεί σε ερήμους.

15 Εσύ άνοιξες πηγές και χειμάρρους· ξέρανες ποτάμια δυνατά.

16 Δική σου είναι η ημέρα, και δική σου η νύχτα· εσύ ετοίμασες το φως και τον ήλιο.

17 Εσύ έβαλες όλα τα όρια της γης· εσύ έκανες το καλοκαίρι και τον χειμώνα.

18 Θυμήσου τούτο, ότι ο εχθρός ονείδισε τον Κύριο· και ένας άφρονας λαός βλασφήμησε το όνομά σου.

19 Μη παραδώσεις την ψυχή τής τρυγόνας σου στα θηρία· μη λησμονήσεις για πάντα τη σύναξη των πενήτων σου.

20 Επίβλεψε στη διαθήκη σου· επειδή, γέμισαν οι σκοτεινοί τόποι τής γης· τόποι από οικογένειες καταδυναστείας.

21 Ο ταλαίπωρος ας μη στραφεί προς τα πίσω ντροπιασμένος· ο φτωχός και ο πένητας ας επαινούν το όνομά σου.

22 Θεέ, σήκω επάνω· δίκασε τη δίκη σου· θυμήσου τον ονειδισμό, που κάνει σε σένα ο άφρονας όλη την ημέρα.

23 Μη ξεχάσεις τη φωνή των εχθρών σου· ο θόρυβος εκείνων που επαναστατούν εναντίον σου αυξάνει διαρκώς.