Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 77

Στον αρχιμουσικό, για τον Ιεδουθούν. Ψαλμός τού Ασάφ.

1 Η ΦΩΝΗ μου στρέφεται προς τον Θεό, και βόησα· η φωνή μου στρέφεται προς τον Θεό, και μου έδωσε ακρόαση.

2 Σε ημέρα θλίψης μου εκζήτησα τον Κύριο· τη νύχτα άπλωνα τα χέρια μου, και δεν σταματούσα· η ψυχή μου δεν ήθελε να παρηγορηθεί.

3 Θυμήθηκα τον Θεό, και ταράχτηκα· διαλογίστηκα, και λιγοψύχησε το πνεύμα μου. (Διάψαλμα).

4 Κράτησες τα μάτια μου σε αγρύπνια· ταράχτηκα, και δεν μπόρεσα να μιλήσω.

5 Σκέφτηκα τις αρχαίες ημέρες, τα χρόνια των αιώνων.

6 Ανακαλώ σε ανάμνηση το τραγούδι μου· τη νύχτα σκέφτομαι μαζί με την καρδιά μου, και το πνεύμα μου διερευνά·

7 μήπως ο Κύριος με αποβάλει αιώνια, και δεν θα είναι πλέον ευμενής;

8 Ή, εξέλιπε για πάντα το έλεός του; Σταμάτησε ο λόγος του σε γενεά και γενεά;

9 Μήπως ο Θεός ξέχασε να ελεεί; Μήπως, μέσα στην οργή του, κλείσει τους οικτιρμούς του; (Διάψαλμα).

10 Τότε, είπα: Αδυναμία μου είναι τούτο· αλλοιώνεται το δεξί χέρι τού Υψίστου;

11 Θα θυμάμαι τα έργα τού Κυρίου· ναι, θα θυμάμαι τα θαυμάσιά σου που είναι εξαρχής·

12 και θα μελετώ σε όλα τα έργα σου, και για τις πράξεις σου θα συλλογίζομαι.

13 Θεέ, ο δρόμος σου είναι στο αγιαστήριο· ποιος είναι μεγάλος Θεός, όπως ο Θεός;

14 Εσύ είσαι ο Θεός, που κάνεις θαυμάσια· φανέρωσες ανάμεσα στους λαούς τη δύναμή σου.

15 Με τον βραχίονά σου λύτρωσες τον λαό σου, τους γιους Ιακώβ και Ιωσήφ. (Διάψαλμα).

16 Θεέ, σε είδαν τα νερά, σε είδαν τα νερά, και φοβήθηκαν· ταράχτηκαν και οι άβυσσοι.

17 Πλημμύρα νερών έχυσαν τα σύννεφα· φωνή έδωσαν οι ουρανοί· και τα βέλη σου εκτοξεύτηκαν.

18 Η φωνή τής βροντής σου ήταν στον ουράνιο τροχό· οι αστραπές φώτισαν την οικουμένη· σαλεύθηκε η γη και έγινε έντρομη.

19 Μέσα από τη θάλασσα είναι ο δρόμος σου, και τα μονοπάτια σου σε πολλά νερά, και τα ίχνη σου δεν γνωρίζονται.

20 Οδήγησες τον λαό σου σαν πρόβατα, με το χέρι τού Μωυσή και του Ααρών.