Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 88

Ωδή ψαλμού για τους γιους τού Κορέ, στον αρχιμουσικό σε Μαχαλάθ-λεανώθ, Μασχίλ τού Αιμάν, του Εζραϊτη.

1 ΚΥΡΙΕ, ο Θεός τής σωτηρίας μου, ημέρα και νύχτα έκραξα μπροστά σου·

2 ας έρθει μπροστά σου η προσευχή μου· στρέψε το αυτί σου στην κραυγή μου·

3 επειδή, η ψυχή μου γέμισε από κακά, και η ψυχή μου πλησιάζει στον άδη.

4 Συγκαταριθμήθηκα μαζί μ’ αυτούς που κατεβαίνουν στον λάκκο· έγινα σαν άνθρωπος που δεν έχει δύναμη·

5 εγκαταλειμμένος ανάμεσα στους νεκρούς, όπως οι θανατωμένοι, που κείτονται στον τάφο, τους οποίους δεν τους θυμάσαι πλέον, και οι οποίοι αποκόπηκαν από το χέρι σου.

6 Με έβαλες στον κατώτατο λάκκο, στο σκοτάδι, στα βάθη.

7 Επάνω μου στηρίχτηκε ο θυμός σου, και επάνω μου έφερες όλα τα κύματά σου. (Διάψαλμα).

8 Απομάκρυνες από μένα τους γνωστούς μου· βδέλυγμα με έκανες σ’ αυτούς· αποκλείστηκα, και δεν μπορώ να βγω έξω.

9 Το μάτι μου ατόνησε από τη θλίψη· σε επικαλέστηκα, Κύριε, όλη την ημέρα· άπλωσα σε σένα τα χέρια μου.

10 Μήπως θα κάνεις θαυμαστά έργα στους νεκρούς; Ή, μήπως θα σηκωθούν οι νεκροί και θα σε αινέσουν; (Διάψαλμα).

11 Μήπως στον τάφο θα διηγούνται το έλεός σου ή την αλήθεια σου μέσα στη φθορά;

12 Μήπως θα γίνουν γνωστά τα θαυμαστά σου έργα στο σκοτάδι, και η δικαιοσύνη σου στον τόπο τής λησμονιάς;

13 Εγώ, όμως, έκραξα σε σένα, Κύριε· και το πρωί η προσευχή μου θα σε προφτάσει.

14 Γιατί, Κύριε, απορρίπτεις την ψυχή μου, αποκρύπτεις το πρόσωπό σου από μένα;

15 Είμαι θλιμμένος και βρίσκομαι σε αγωνία θανάτου από τη νιότη μου· δοκιμάζω τους φόβους σου, και βρίσκομαι σε αμηχανία.

16 Επάνω μου πέρασαν όλα τα είδη τής οργής σου· οι τρόμοι σου με αφάνισαν.

17 Με περιτριγύρισαν σαν νερά, όλη την ημέρα· με περικύκλωσαν μαζί.

18 Απομάκρυνες από μένα τον αγαπητό και τον φίλο· οι γνωστοί μου δεν φαίνονται.