Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 91

1 ΑΥΤΟΣ που κατοικεί κάτω από τη σκέπη τού Υψίστου, κάτω από τη σκιά τού Παντοκράτορα θα διαμένει.

2 Θα λέω στον Κύριο: Εσύ είσαι καταφυγή μου, και φρούριό μου· Θεός μου· σ’ αυτόν θα ελπίζω.

3 Επειδή, αυτός θα σε λυτρώνει από την παγίδα των κυνηγών, και από θανατηφόρο λοιμό.

4 Με τα φτερά του θα σε σκεπάζει, και κάτω από τις φτερούγες του θα είσαι ασφαλής· η αλήθεια του είναι πανοπλία και ασπίδα.

5 Από φόβο νυχτερινό δεν θα φοβάσαι, την ημέρα από βέλος που πετάει άσκοπα·

6 από θανατικό, που περπατάει στο σκοτάδι· από όλεθρο, που ερημώνει μες το μεσημέρι.

7 Χιλιάδα θα πέφτει από τα αριστερά σου, και μυριάδα από τα δεξιά σου· όμως, σε σένα δεν θα πλησιάζουν.

8 Μονάχα με τα μάτια σου θα θωρείς, και θα βλέπεις την ανταπόδοση των ασεβών.

9 Επειδή, εσύ, τον Κύριο, την ελπίδα μου, τον Ύψιστο, έκανες καταφύγιό σου,

10 κακό δεν θα συμβαίνει σε σένα, και μάστιγα δεν θα πλησιάζει στη σκηνή σου.

11 Επειδή, τους αγγέλους του θα προστάξει για σένα, για να σε διαφυλάττουν σε όλους τούς δρόμους σου.

12 Θα σε σηκώνουν επάνω στα χέρια τους, για να μη προσκόψεις το πόδι σου σε πέτρα.

13 Θα πατήσεις επάνω σε λιοντάρι και επάνω σε οχιά· θα καταπατήσεις λιονταράκι και δράκοντα.

14 Επειδή, έβαλε την αγάπη του σε μένα, γι’ αυτό θα τον λυτρώσω· θα τον υψώσω, επειδή γνώρισε το όνομά μου.

15 Θα με επικαλείται και θα τον εισακούω· μαζί του θα είμαι στη θλίψη· θα τον λυτρώνω, και θα τον δοξάζω.

16 Θα τον χορτάσω από μακρότητα ημερών, και θα δείξω σ’ αυτόν τη σωτηρία μου.