Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 94

1 ΘΕΕ των εκδικήσεων, Κύριε, Θεέ των εκδικήσεων, εμφανίσου.

2 Υψώσου, Κριτή τής γης· απόδωσε ανταπόδοση στους υπερήφανους.

3 Μέχρι πότε οι ασεβείς, Κύριε, μέχρι πότε οι ασεβείς θα θριαμβεύουν;

4 Μέχρι πότε θα προφέρουν και θα μιλούν σκληρά; Θα καυχώνται οι εργάτες τής ανομίας;

5 Κύριε, καταθλίβουν τον λαό σου, και κακοποιούν την κληρονομιά σου.

6 Φονεύουν τη χήρα και τον ξένο, και θανατώνουν τους ορφανούς.

7 Και λένε: Δεν θα δει ο Κύριος ούτε θα αντιληφθεί ο Θεός τού Ιακώβ.

8 Αντιληφθείτε το, εσείς οι άφρονες ανάμεσα στον λαό· και οι μωροί, πότε θα φρονιμεύσετε;

9 Αυτός που φύτεψε το αυτί, δεν θα ακούσει; Αυτός που έπλασε το μάτι, δεν θα δει;

10 Αυτός που σωφρονίζει τα έθνη, δεν θα ελέγξει; Αυτός που διδάσκει τον άνθρωπο γνώση;

11 Ο Κύριος γνωρίζει τους συλλογισμούς των ανθρώπων, ότι είναι μάταιοι.

12 Μακάριος ο άνθρωπος, που τον σωφρονίζεις, Κύριε, και με τον νόμο σου τον διδάσκεις·

13 για να τον αναπαύεις από τις ημέρες τής συμφοράς, μέχρις ότου σκαφτεί λάκκος στον ασεβή.

14 Επειδή, ο Κύριος δεν θα απορρίψει τον λαό του, και την κληρονομιά του δεν θα εγκαταλείψει.

15 Επειδή, η κρίση θα επιστρέψει στη δικαιοσύνη, και θα την ακολουθήσουν όλοι οι ευθείς στην καρδιά.

16 Ποιος θα σηκωθεί σε υπεράσπισή μου ενάντια στους πονηρευόμενους; Ποιος θα παρασταθεί σε υπεράσπισή μου ενάντια στους εργάτες τής ανομίας;

17 Αν ο Κύριος δεν με βοηθούσε, η ψυχή μου παρολίγο θα κατοικούσε στη σιωπή.

18 Όταν έλεγα, γλίστρησε το πόδι μου, το έλεός σου, Κύριε, με βοηθούσε.

19 Στο πλήθος των αμηχανιών τής καρδιάς μου, οι παρηγορίες σου εύφραναν την ψυχή μου.

20 Μήπως ο θρόνος τής ανομίας έχει επικοινωνία μαζί σου, που μηχανεύεται αδικία αντί για νόμο;

21 Αυτοί ορμούν ενάντια στην ψυχή τού δικαίου, και καταδικάζουν αθώο αίμα.

22 Ο Κύριος, όμως, είναι σε μένα καταφύγιο· και ο Θεός μου, το φρούριο της ελπίδας μου.

23 Και θα γυρίσει επάνω τους την ανομία τους, και μέσα στην πονηρία τους θα τους αφανίσει· ο Κύριος ο Θεός μας θα τους αφανίσει.