Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 102

Προσευχή τού θλιμμένου, όταν αδημονεί, και ξεχύνει το παράπονό του μπροστά στον Κύριο.

1 ΚΥΡΙΕ, εισάκουσε την προσευχή μου, και η κραυγή μου ας έρθει σε σένα.

2 Μη κρύψεις από μένα το πρόσωπό σου· την ημέρα που θλίβομαι, στρέψε σε μένα το αυτί σου· την ημέρα που σε επικαλούμαι, γρήγορα να με εισακούς.

3 Επειδή, οι ημέρες μου εξαλείφθηκαν όπως ο καπνός, και τα κόκαλά μου καταξεράθηκαν σαν το φρύγανο.

4 Η καρδιά μου πληγώθηκε και ξεράθηκε όπως το χορτάρι, ώστε λησμόνησα να τρώω το ψωμί μου.

5 Από τη φωνή τού στεναγμού μου, κόλλησαν τα κόκαλά μου στο δέρμα μου.

6 Έγινα όμοιος με τον ερημικό πελεκάνο· έγινα όπως ο νυχτοκόρακας στις ερημιές.

7 Αγρυπνώ και είμαι σαν σπουργίτι που μονάζει στη σοφίτα.

8 Όλη την ημέρα με κοροϊδεύουν οι εχθροί μου· αυτοί που μαίνονται, ορκίζονται εναντίον μου.

9 Επειδή, έφαγα στάχτη σαν ψωμί, και συγκέρασα το ποτό μου με δάκρυα,

10 εξαιτίας τής οργής σου και της αγανάκτησής σου· επειδή, αφού με σήκωσες, με έρριξες κάτω.

11 Οι ημέρες μου παρέρχονται σαν σκιά, και εγώ ξεράθηκα σαν το χορτάρι.

12 Εσύ, όμως, Κύριε, παραμένεις αιώνια, και η ενθύμησή σου από γενεά σε γενεά.

13 Εσύ θα σηκωθείς, θα σπλαχνιστείς τη Σιών· επειδή, είναι καιρός να την ελεήσεις, μια που έφτασε ο διορισμένος καιρός.

14 Δεδομένου ότι, οι δούλοι σου αρέσκονται στις πέτρες της, και σπλαχνίζονται το χώμα της.

15 Τότε, τα έθνη θα φοβηθούν το όνομα του Κυρίου, και όλοι οι βασιλιάδες τής γης θα φοβηθούν τη δόξα σου.

16 Όταν ο Κύριος οικοδομήσει τη Σιών, θα φανεί μέσα στη δόξα του.

17 Θα επιβλέψει στην προσευχή των εγκαταλειμμένων, και δεν θα καταφρονήσει τη δέησή τους.

18 Αυτό θα γραφτεί για την επερχόμενη γενεά· και ο λαός που θα δημιουργηθεί, θα αινεί τον Κύριο.

19 Επειδή, έσκυψε από το ύψος τού αγιαστηρίου του, ο Κύριος επέβλεψε από τον ουρανό επάνω στη γη,

20 για να ακούσει τον στεναγμό των αιχμαλώτων, και να ελευθερώσει τούς καταδικασμένους σε θάνατο·

21 για να κηρύττουν στη Σιών το όνομα του Κυρίου, και την αίνεσή του στην Ιερουσαλήμ,

22 όταν συγκεντρωθούν μαζί τα έθνη και τα βασίλεια, για να είναι δούλοι στον Κύριο.

23 Αδυνάτισε καθ’ οδόν τη δύναμή μου· μίκρυνε τον αριθμό των ημερών μου.

24 Εγώ είπα: Θεέ μου, μη με αρπάξεις στα μισά μου χρόνια· τα χρόνια σου είναι σε γενεές γενεών.

25 Αρχικά, Κύριε, εσύ θεμελίωσες τη γη, και οι ουρανοί είναι έργα των χεριών σου.

26 Αυτοί θα απολεστούν, εσύ όμως παραμένεις· και όλοι θα παλιώσουν σαν ιμάτιο· θα τους τυλίξεις σαν περικάλυμμα, και θα αλλαχτούν·

27 εσύ, όμως, είσαι ο ίδιος και τα χρόνια σου δεν θα εκλείψουν.

28 Οι γιοι των δούλων σου θα κατοικούν, και το σπέρμα τους θα παραμένει μπροστά σου.