Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 106

Αλληλούια.

1 ΑΙΝΕΙΤΕ τον Κύριο, επειδή είναι αγαθός· επειδή, το έλεός του μένει στον αιώνα.

2 Ποιος μπορεί να κηρύξει τα κραταιά έργα τού Κυρίου, να κάνει ακουστές όλες τις αινέσεις του;

3 Μακάριοι εκείνοι που φυλάττουν κρίση, εκείνοι που εκτελούν δικαιοσύνη πάντοτε.

4 Θυμήσου με, Κύριε, στην ευμένεια που δείχνεις στον λαό σου· επισκέψου με στη σωτηρία σου·

5 για να βλέπω το καλό των εκλεκτών σου, για να ευφραίνομαι στην ευφροσύνη τού έθνους σου, για να καυχώμαι μαζί με την κληρονομιά σου.

6 Αμαρτήσαμε, μαζί με τους πατέρες μας· ανομήσαμε, ασεβήσαμε.

7 Οι πατέρες μας στην Αίγυπτο δεν κατάλαβαν τα θαυμαστά έργα σου· δεν θυμήθηκαν το πλήθος τού ελέους σου, και σε παρόργισαν στη θάλασσα, στην Ερυθρά Θάλασσα.

8 Και όμως, τους έσωσε για χάρη του ονόματός του, για να κάνει γνωστά τα κραταιά έργα του.

9 Και επιτίμησε την Ερυθρά Θάλασσα, και ξεράθηκε· και τους διαπέρασε μέσα από τις αβύσσους σαν μέσα από έρημο·

10 και τους έσωσε από το χέρι εκείνου που τους μισούσε, και τους λύτρωσε από το χέρι τού εχθρού.

11 Και τα νερά σκέπασαν ολοκληρωτικά τούς εχθρούς τους· δεν έμεινε απ’ αυτούς ούτε ένας.

12 Τότε, πίστεψαν στα λόγια του· έψαλαν την αίνεσή του.

13 Όμως, γρήγορα ξέχασαν τα έργα του· δεν περίμεναν τη βουλή του·

14 αλλά, επιθύμησαν επιθυμία στην έρημο, και πείραξαν τον Θεό μέσα σε άνυδρη γη.

15 Και έδωσε σ’ αυτούς το αίτημά τους· τους έστειλε, όμως, θανατηφόρα αρρώστια.

16 Ακόμα, φθόνησαν τον Μωυσή στο στρατόπεδο, και τον Ααρών, τον άγιο του Κυρίου.

17 Η γη άνοιξε και κατάπιε τον Δαθάν, και σκέπασε τη σκηνή τού Αβειρών·

18 και βγήκε φωτιά στη συναγωγή τους· η φλόγα κατέκαψε τους ασεβείς.

19 Κατασκεύασαν ένα μοσχάρι στο Χωρήβ, και προσκύνησαν το χωνευτό·

20 και άλλαξαν τη δόξα τους σε ομοίωμα βοδιού που τρώει χορτάρι.

21 Ξέχασαν τον Θεό, τον σωτήρα τους, αυτόν που έκανε τα μεγαλεία στην Αίγυπτο·

22 θαυμάσια στη γη τού Χαμ· φοβερά στην Ερυθρά Θάλασσα.

23 Και είπε να τους εξολοθρεύσει, αν ο Μωυσής ο εκλεκτός του δεν στεκόταν μπροστά του στη θραύση, για να αποτρέψει την οργή του, ώστε να μη τους αφανίσει.

24 Ακόμα, καταφρόνησαν την επιθυμητή γη· δεν πίστεψαν στον λόγο του·

25 και γόγγυσαν στις σκηνές τους· δεν εισάκουσαν τη φωνή τού Κυρίου.

26 Γι’ αυτό, σήκωσε το χέρι του εναντίον τους, για να τους καταστρέψει στην έρημο·

27 και να στρέψει το σπέρμα τους ανάμεσα στα έθνη, και να τους διασκορπίσει στους τόπους.

28 Και προσκολλήθηκαν στον Βέελ-φεγώρ, και έφαγαν θυσίες νεκρών·

29 και τον παρόξυναν με τα έργα τους, ώστε όρμησε καταπάνω τους η πληγή.

30 Αλλά, καθώς στάθηκε ο Φινεές, έκανε κρίση· και η πληγή σταμάτησε·

31 και λογαριάστηκε σ’ αυτόν για δικαιοσύνη, σε γενεά και γενεά, και μέχρι τον αιώνα.

32 Και τον παρόξυναν στα νερά τής αντιλογίας· και ο Μωυσής έπαθε γι’ αυτούς κακό·

33 επειδή, παρόργισαν το πνεύμα του, ώστε με τα χείλη του μίλησε αστόχαστα.

34 Δεν εξολόθρευσαν τα έθνη, που τους πρόσταξε ο Κύριος·

35 αλλά ανακατεύτηκαν με τα έθνη, και έμαθαν τα έργα τους·

36 και λάτρευσαν τα γλυπτά τους, που έγιναν σ’ αυτούς παγίδα·

37 και θυσίασαν τους γιους τους και τις θυγατέρες τους στα δαιμόνια·

38 και έχυσαν αθώο αίμα, το αίμα των γιων τους και των θυγατέρων τους, που θυσίασαν στα γλυπτά τής Χαναάν· και μολύνθηκε η γη από αίματα.

39 Και μολύνθηκαν με τα έργα τους, και πόρνευσαν με τις πράξεις τους.

40 Γι’ αυτό, η οργή τού Κυρίου άναψε ενάντια στον λαό του, και βδελύχθηκε την κληρονομιά του.

41 Και τους παρέδωσε στα χέρια των εθνών· και τους κυρίευσαν εκείνοι που τους μισούσαν.

42 Και τους έθλιψαν οι εχθροί τους, και ταπεινώθηκαν κάτω από τα χέρια τους.

43 Πολλές φορές τούς λύτρωσε, αλλ’ αυτοί τον παρόργισαν με τις βουλές τους· γι’ αυτό, ταπεινώθηκαν εξαιτίας τής ανομίας τους.

44 Παρόλ’ αυτά, επέβλεψε στη θλίψη τους, όταν άκουσε την κραυγή τους·

45 και θυμήθηκε τη διαθήκη που είχε κάνει σ’ αυτούς, και μεταμελήθηκε σύμφωνα με το πλήθος του ελέους του.

46 Και τους έκανε να βρουν έλεος μπροστά σε όλους αυτούς που τους αιχμαλώτισαν.

47 Σώσε μας, Κύριε ο Θεός μας, και συγκέντρωσέ μας από τα έθνη, για να δοξολογούμε το άγιο όνομά σου, και να καυχώμαστε στην αίνεσή σου.

48 Ευλογητός ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, από τον αιώνα και μέχρι τον αιώνα· και ολόκληρος ο λαός ας λέει: Αμήν. Αλληλούια.