Ψαλμοί

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52 · 53 · 54 · 55 · 56 · 57 · 58 · 59 · 60 · 61 · 62 · 63 · 64 · 65 · 66 · 67 · 68 · 69 · 70 · 71 · 72 · 73 · 74 · 75 · 76 · 77 · 78 · 79 · 80 · 81 · 82 · 83 · 84 · 85 · 86 · 87 · 88 · 89 · 90 · 91 · 92 · 93 · 94 · 95 · 96 · 97 · 98 · 99 · 100 · 101 · 102 · 103 · 104 · 105 · 106 · 107 · 108 · 109 · 110 · 111 · 112 · 113 · 114 · 115 · 116 · 117 · 118 · 119 · 120 · 121 · 122 · 123 · 124 · 125 · 126 · 127 · 128 · 129 · 130 · 131 · 132 · 133 · 134 · 135 · 136 · 137 · 138 · 139 · 140 · 141 · 142 · 143 · 144 · 145 · 146 · 147 · 148 · 149 · 150

Ψαλμός 141

Ψαλμός τού Δαβίδ.

1 ΚΥΡΙΕ, σε σένα έκραξα· τάχυνε νάρθεις σε μένα· άκουσε τη φωνή μου, όταν κράζω σε σένα.

2 Ας κατευθυνθεί η προσευχή μου μπροστά σου σαν θυμίαμα· η ύψωση των χεριών μου ας γίνει σαν εσπερινή θυσία.

3 Βάλε, Κύριε, φυλακή στο στόμα μου· φύλαγε τη θύρα των χειλέων μου.

4 Μη ξεκλίνεις την καρδιά μου σε πονηρό πράγμα, ώστε να κάνω ασεβείς πράξεις με ανθρώπους που εργάζονται την ανομία· μήτε να φάω από τα εκλεκτά τους φαγητά.

5 Ας με χτυπάει ο δίκαιος· αυτό θα είναι έλεος· και ας με ελέγχει· αυτό θα είναι εξαίρετο μύρο· δεν θα βλάψει το κεφάλι μου· επειδή, μάλιστα, και θα προσεύχομαι γι’ αυτούς στις συμφορές τους.

6 Όταν οι αρχηγοί τους περιέρχονταν σε πετρώδεις τόπους, άκουσαν τα λόγια μου, ότι ήσαν γλυκά.

7 Τα κόκαλά μας διασκορπίζονται στο στόμα τού τάφου, όπως όταν κάποιος κόβει και σχίζει ξύλα επάνω στη γη.

8 Γι’ αυτό, Κύριε Θεέ, τα μάτια μου θα ατενίζουν σε σένα· σε σένα έλπισα· μη καταστρέψεις την ψυχή μου.

9 Φύλαξέ με από την παγίδα που έστησαν για μένα, και από τις θηλιές εκείνων που εργάζονται την ανομία.

10 Ας πέσουν μαζί οι ασεβείς στα δίχτυα τους, ενώ εγώ θα περάσω αβλαβής.