Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48 · 49 · 50 · 51 · 52

Ιερεμίας Κεφ. 38

1 ΚΑΙ ο Σεφατίας, ο γιος τού Ματθάν, και ο Γεδαλίας, ο γιος τού Πασχώρ, και ο Ιουχάλ, ο γιος τού Σελεμία, και ο Πασχώρ, ο γιος τού Μαλχία, άκουσαν τα λόγια που ο Ιερεμίας μίλησε σε ολόκληρο τον λαό, λέγοντας:

2 Έτσι λέει ο Κύριος: Όποιος κάθεται σ’ αυτή την πόλη, θα πεθάνει από μάχαιρα, από πείνα, και από μεταδοτική αρρώστια· όποιος, όμως, βγει έξω προς τους Χαλδαίους, θα ζήσει· και η ζωή του θα είναι σ’ αυτόν σαν λάφυρο, και θα ζήσει·

3 έτσι λέει ο Κύριος: Αυτή η πόλη θα παραδοθεί οπωσδήποτε στο χέρι τού στρατού τού βασιλιά τής Βαβυλώνας, και θα την κυριεύσει.

4 Και οι άρχοντες είπαν στον βασιλιά: Ας θανατωθεί, παρακαλούμε, αυτός ο άνθρωπος· επειδή, έτσι παραλύει τα χέρια των πολεμιστών ανδρών, που εναπέμειναν σ’ αυτή την πόλη, και τα χέρια ολόκληρου του λαού, λέγοντας σ’ αυτούς τέτοια λόγια· επειδή, αυτός ο άνθρωπος δεν ζητάει το καλό αυτού τού λαού, αλλά το κακό.

5 Και ο βασιλιάς Σεδεκίας είπε: Δέστε, είναι στο χέρι σας· επειδή, ο βασιλιάς δεν μπορεί να κάνει τίποτε εναντίον σας.

6 Και πήραν τον Ιερεμία, και τον έρριξαν στον λάκκο τού Μαλχία, γιου τού Αμμέλεχ, που ήταν στην αυλή τής φυλακής· και κατέβασαν τον Ιερεμία με σχοινιά· και μέσα στον λάκκο δεν υπήρχε νερό, αλλά λάσπη, και ο Ιερεμίας χώθηκε μέσα στη λάσπη.

7 Και όταν ο Αβδέ-μέλεχ, ο Αιθίοπας, ένας από τους ευνούχους, που ήταν μέσα στο παλάτι τού βασιλιά άκουσε ότι έβαλαν τον Ιερεμία στον λάκκο, ενώ ο βασιλιάς καθόταν στην πύλη τού Βενιαμίν,

8 βγήκε ο Αβδέ-μέλεχ από το παλάτι τού βασιλιά, και μίλησε στον βασιλιά, λέγοντας:

9 Κύριέ μου, βασιλιά, αυτοί οι άνθρωποι έπραξαν κακά σε όσα έκαναν στον προφήτη Ιερεμία, που τον έρριξαν στον λάκκο· αυτός, όμως, θα πέθαινε από την πείνα στον τόπο όπου είναι· επειδή, δεν υπάρχει πλέον ψωμί στην πόλη.

10 Και ο βασιλιάς πρόσταξε τον Αβδέ-μέλεχ, τον Αιθίοπα, λέγοντας: Πάρε από εδώ 30 ανθρώπους μαζί σου, και ανέβασε τον προφήτη Ιερεμία από τον λάκκο, πριν πεθάνει.

11 Και ο Αβδέ-μέλεχ πήρε μαζί του τους ανθρώπους, και μπήκε στο παλάτι τού βασιλιά κάτω από το θησαυροφυλάκιο, και από εκεί πήρε παλιά ράκη, και παλιά σάπια αποφόρια, και τα κατέβασε με σχοινιά στον λάκκο, στον Ιερεμία.

12 Και ο Αβδέ-μέλεχ, ο Αιθίοπας, είπε στον Ιερεμία: Βάλε τώρα τα παλιά ράκη και τα σάπια αποφόρια κάτω από τις μασχάλες σου, κάτω από τα σχοινιά. Και ο Ιερεμίας έκανε έτσι.

13 Και έσυραν τον Ιερεμία με τα σχοινιά, και τον ανέβασαν από τον λάκκο· και έμεινε ο Ιερεμίας στην αυλή τής φυλακής.

14 Και ο βασιλιάς Σεδεκίας έστειλε, και έφερε τον προφήτη Ιερεμία κοντά του, στην τρίτη είσοδο, που είναι στον οίκο τού Κυρίου· και ο βασιλιάς είπε στον Ιερεμία: Θέλω να σε ρωτήσω ένα πράγμα· μη κρύψεις από μένα τίποτε.

15 Και ο Ιερεμίας είπε στον Σεδεκία: Αν σου το φανερώσω, στ’ αλήθεια, δεν θα με θανατώσεις; Και αν σε συμβουλεύσω, δεν θα με ακούσεις.

16 Και ο Σεδεκίας ορκίστηκε στον Ιερεμία κρυφά, λέγοντας: Ζει ο Κύριος, αυτός που έκανε σε μας αυτή την ψυχή, δεν θα σε θανατώσω ούτε θα σε δώσω στο χέρι αυτών των ανθρώπων που ζητούν την ψυχή σου.

17 Και ο Ιερεμίας είπε στον Σεδεκία: Έτσι λέει ο Κύριος, ο Θεός των δυνάμεων, ο Θεός τού Ισραήλ: Αν πραγματικά βγεις έξω προς τους άρχοντες του βασιλιά τής Βαβυλώνας, τότε η ψυχή σου θα ζήσει, κι αυτή η πόλη δεν θα κατακαεί με φωτιά· και εσύ θα ζήσεις, και η οικογένειά σου·

18 αλλά, αν δεν βγεις έξω προς τους άρχοντες του βασιλιά τής Βαβυλώνας, τότε αυτή η πόλη θα παραδοθεί στο χέρι των Χαλδαίων, και θα την κατακάψουν με φωτιά, και εσύ δεν θα ξεφύγεις από το χέρι τους.

19 Και ο βασιλιάς Σεδεκίας είπε στον Ιερεμία: Εγώ φοβάμαι τους Ιουδαίους, που κατέφυγαν στους Χαλδαίους, μήπως με παραδώσουν στο χέρι τους, και με εμπαίξουν.

20 Και ο Ιερεμίας είπε: Δεν θα σε παραδώσουν. Υπάκουσε, παρακαλώ, στη φωνή τού Κυρίου, που εγώ μιλάω σε σένα· και θα είναι καλό σε σένα, και θα ζήσει η ψυχή σου.

21 Αν, όμως, εσύ δεν βγεις έξω, αυτός είναι ο λόγος που μου έδειξε ο Κύριος:

22 Και δες, όλες οι γυναίκες που εναπέμειναν στο παλάτι τού βασιλιά τού Ιούδα, θα οδηγηθούν στους άρχοντες του βασιλιά τής Βαβυλώνας, κι αυτές θα λένε: Οι ειρηνικοί σου άνδρες σε δελέασαν, και υπερίσχυσαν εναντίον σου· τα πόδια σου βυθίστηκαν στη λάσπη, και αυτοί σύρθηκαν πίσω·

23 και όλες οι γυναίκες σου και τα παιδιά σου θα οδηγηθούν προς τους Χαλδαίους· και εσύ δεν θα ξεφύγεις από 0το χέρι τους, αλλά θα πιαστείς από το χέρι τού βασιλιά τής Βαβυλώνας· και θα κάνεις αυτή την πόλη να κατακαεί με φωτιά.

24 Και ο Σεδεκίας είπε στον Ιερεμία: Ας μη μάθει κανένας γι’ αυτά τα λόγια, και δεν θα πεθάνεις.

25 Και αν οι άρχοντες ακούσουν ότι μίλησα μαζί σου, και έρθουν σε σένα, και σου πουν: Ανάγγειλε σε μας τώρα τι μίλησες στον βασιλιά, μη το κρύψεις από μας, και δεν θα σε θανατώσουμε· και τι μίλησε σε σένα ο βασιλιάς·

26 τότε, θα τους πεις: Εγώ υπέβαλα την παράκλησή μου μπροστά στον βασιλιά, για να μη με ξαναγυρίσει στο σπίτι τού Ιωνάθαν, ώστε να πεθάνω εκεί.

27 Και ήρθαν όλοι οι άρχοντες στον Ιερεμία, και τον ρώτησαν· και τους ανήγγειλε σύμφωνα με όλα τα λόγια εκείνα που τον είχε προστάξει ο βασιλιάς. Κι αυτοί σταμάτησαν να μιλούν μαζί του, επειδή το πράγμα δεν είχε ακουστεί.

28 Και ο Ιερεμίας έμεινε στην αυλή τής φυλακής, μέχρι την ημέρα κατά την οποία η Ιερουσαλήμ κυριεύτηκε· και ήταν εκεί, όταν η Ιερουσαλήμ κυριεύτηκε.