Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48

Ιεζεκιήλ Κεφ. 8

1 Και κατά τον έκτο χρόνο, τον έκτο μήνα, την πέμπτη [ημέρα] τού μήνα, ενώ εγώ καθόμουν στο σπίτι μου, και οι πρεσβύτεροι του Ιούδα κάθονταν μπροστά μου, το χέρι τού Κυρίου τού Θεού έπεσε επάνω μου, εκεί.

2 Και είδα, και να, ένα ομοίωμα σαν θέα φωτιάς· από τη θέα τής οσφύος του και κάτω, φωτιά· και από την οσφύ του κι επάνω, σαν θέα λάμψης, σαν όψη από ήλεκτρο.

3 Και ένα ομοίωμα χεριού άπλωσε, και με έπιασε από τα μαλλιά τού κεφαλιού μου, και με ύψωσε το πνεύμα ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, και με έφερε με οράματα Θεού στην Ιερουσαλήμ, στη θύρα τής εσωτερικής πύλης, αυτής που έβλεπε προς βορράν, όπου στεκόταν το είδωλο της ζηλοτυπίας, που παροξύνει σε ζηλοτυπία.

4 Και να, η δόξα τού Θεού τού Ισραήλ [ήταν] εκεί, σύμφωνα με το όραμα που είχα δει στην πεδιάδα.

5 Και μου είπε: Γιε ανθρώπου, ύψωσε τώρα τα μάτια σου προς τον δρόμο τού βορρά. Και ύψωσα τα μάτια μου προς τον δρόμο, που είναι προς βορράν, και να, προς το βόρειο μέρος, στην πύλη τού θυσιαστηρίου, ήταν αυτό το είδωλο της ζηλοτυπίας προς την είσοδο.

6 Τότε, μου είπε: Γιε ανθρώπου, βλέπεις εσύ τι κάνουν αυτοί; Τα μεγάλα βδελύγματα, που κάνει εδώ ο οίκος Ισραήλ, για να απομακρυνθώ από τα άγιά μου; Όμως, στρέψε ακόμα, θα δεις μεγαλύτερα βδελύγματα.

7 Και με έφερε στην πύλη τής αυλής· και είδα, και ξάφνου, μια τρύπα στον τοίχο.

8 Και μου είπε: Γιε ανθρώπου, σκάψε τώρα στον τοίχο· και έσκαψα στον τοίχο, και ξάφνου, μια θύρα.

9 Και μου είπε: Μπες μέσα, και δες τα πονηρά βδελύγματα, που αυτοί κάνουν εδώ.

10 Και μπήκα μέσα, και είδα· και να, υπήρχε κάθε ομοίωμα από ερπετά, και βδελυκτά ζώα, και όλα τα είδωλα του οίκου Ισραήλ, ζωγραφισμένα επάνω στον τοίχο, γύρω-γύρω.

11 Και μπροστά τους στέκονταν 70 άνδρες από τους πρεσβύτερους του οίκου Ισραήλ· και στο μέσον τους στεκόταν ο Ιααζανίας, ο γιος τού Σαφάν· και καθένας κρατούσε στο χέρι του το δικό του θυμιατήριο· και ανέβαινε πυκνό νέφος από θυμίαμα.

12 Και μου είπε: Γιε ανθρώπου, είδες τι κάνουν μέσα στο σκοτάδι οι πρεσβύτεροι του οίκου Ισραήλ, κάθε ένας στο κρυφό του οίκημα των εικόνων του; Επειδή, είπαν: Ο Κύριος δεν μας βλέπει· ο Κύριος εγκατέλειψε τη γη.

13 Και μου είπε: Στρέψε ακόμα· θα δεις μεγαλύτερα βδελύγματα, που αυτοί κάνουν.

14 Και με έφερε στα πρόθυρα της πύλης τού οίκου τού Κυρίου, που είναι προς βορράν, και να, εκεί κάθονταν γυναίκες που θρηνούσαν τον Θαμμούζ.

15 Και μου είπε: Είδες, γιε ανθρώπου; Στρέψε ακόμα· θα δεις μεγαλύτερα βδελύγματα απ’ αυτά.

16 Και με έφερε μέσα στην εσωτερική αυλή τού οίκου τού Κυρίου· και να, στη θύρα του ναού του Κυρίου, ανάμεσα στη στοά και στο θυσιαστήριο, περίπου 25 άνδρες, με τις πλάτες τους προς τον ναό τού Κυρίου, και τα πρόσωπά τους προς τα ανατολικά· και προσκυνούσαν τον ήλιο προς τα ανατολικά.

17 Και μου είπε: Είδες, γιε ανθρώπου; Είναι μικρό αυτό στον οίκο τού Ιούδα, να κάνουν τα βδελύγματα, που αυτοί κάνουν εδώ; Ώστε γέμισαν τη γη από καταδυναστεία, και ξέκλιναν για να με παροργίσουν· και να, βάζουν ένα κλαδί στα ρουθούνια τους.

18 Κι εγώ, λοιπόν, θα φερθώ με οργή· το μάτι μου δεν θα λυπηθεί ούτε θα ελεήσει· και όταν κράξουν στα αυτιά μου με δυνατή φωνή, δεν θα τους εισακούσω.