Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 · 31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36 · 37 · 38 · 39 · 40 · 41 · 42 · 43 · 44 · 45 · 46 · 47 · 48

Ιεζεκιήλ Κεφ. 9

1 Και έκραξε στα αυτιά μου με δυνατή φωνή, λέγοντας: Ας πλησιάσουν οι ταγμένοι ενάντια στην πόλη, κάθε ένας έχοντας το όπλο του της εξολόθρευσης στο χέρι του.

2 Και ξάφνου, έξι άνδρες έρχονταν από τον δρόμο τής ψηλότερης πύλης, αυτής που έβλεπε προς βορράν, κάθε ένας έχοντας στο χέρι του όπλο κατασυντριμμού· και στο κέντρο τους ένας άνθρωπος ντυμένος λινά, με καλαμάρι γραμματέα στην οσφύ του· και αφού μπήκαν μέσα, στάθηκαν κοντά στο χάλκινο θυσιαστήριο.

3 Και η δόξα τού Θεού τού Ισραήλ ανέβηκε επάνω από τα χερουβείμ, επάνω από τα οποία ήταν, στο κατώφλι τού οίκου· και φώναξε προς τον άνδρα, που [ήταν] ντυμένος τα λινά, αυτόν [που είχε] στην οσφύ του το καλαμάρι τού γραμματέα·

4 και ο Κύριος του είπε: Πέρασε μέσα από την πόλη, μέσα από την Ιερουσαλήμ, και κάνε ένα σημάδι επάνω στα μέτωπα των ανδρών, αυτών που στενάζουν και βοούν για όλα τα βδελύγματα που γίνονται ανάμεσά της.

5 Και στους άλλους είπε, ενώ εγώ άκουγα: Περάστε πίσω απ’ αυτόν μέσα από την πόλη, και πατάξτε· το μάτι σας ας μη λυπηθεί, και μη ελεήσετε·

6 γέροντες, νέους, και παρθένες, και νήπια, και γυναίκες, φονεύστε μέχρι εξάλειψης· σε όποιον άνθρωπο, όμως, επάνω στον οποίο είναι το σημάδι, μη πλησιάσετε· και αρχίστε από το θυσιαστήριό μου. Και άρχισαν από τους άνδρες των πρεσβυτέρων, που ήσαν μπροστά στον οίκο.

7 Και τους είπε: Μολύνετε τον οίκο, και γεμίστε τις αυλές από τραυματίες· βγείτε έξω. Και βγήκαν έξω, και πάταξαν μέσα στην πόλη.

8 Κι ενώ αυτοί συνέχιζαν να τους πατάσσουν, εγώ που εναπέμεινα έπεσα επάνω στο πρόσωπό μου, και αναβόησα, και είπα: Αλλοίμονο! Κύριε Θεέ! Εσύ εξαλείφεις ολόκληρο το υπόλοιπο του Ισραήλ, εκχέοντας την οργή σου επάνω στην Ιερουσαλήμ;

9 Και μου είπε: Η ανομία τού οίκου τού Ισραήλ και του Ιούδα υπερπλήθυνε σε υπερβολικό βαθμό, και η γη είναι γεμάτη από αίματα, και η πόλη είναι γεμάτη από διαφθορά· επειδή, λένε: Ο Κύριος εγκατέλειψε τη γη, και: Ο Κύριος δεν βλέπει.

10 Κι εγώ, λοιπόν, το μάτι μου δεν θα λυπηθεί, και δεν θα ελεήσω· επάνω στο κεφάλι τους θα ανταποδώσω τους δρόμους τους.

11 Και ξάφνου, ο άνδρας, που [ήταν] ντυμένος τα λινά, αυτός [που είχε] στην οσφύ του το καλαμάρι, έφερε απάντηση, λέγοντας: Έκανα όπως με πρόσταξες.