Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21 · 22 · 23 · 24

Λουκάν Κεφ. 14

1 ΚΑΙ όταν αυτός ήρθε το σάββατο στο σπίτι κάποιου από τους άρχοντες των Φαρισαίων για να φάει ψωμί, εκείνοι τον παρατηρούσαν.

2 Και να! κάποιος άνθρωπος υδρωπικός ήταν μπροστά του.

3 Και ο Ιησούς, αποκρινόμενος, είπε στους νομικούς και τους Φαρισαίους, λέγοντας: Επιτρέπεται τάχα να θεραπεύει κάποιος κατά το σάββατο; Και εκείνοι σιώπησαν.

4 Και πιάνοντάς τον, τον θεράπευσε, και τον έστειλε να φύγει.

5 Και αποκρινόμενος προς αυτούς είπε: Σε ποιον από σας το γαϊδούρι ή το βόδι θα πέσει σε πηγάδι, και δεν θα το ανασύρει αμέσως κατά την ημέρα τού σαββάτου;

6 Και δεν μπόρεσαν σ’ αυτά κάτι να του απαντήσουν.

7 Είπε μάλιστα μια παραβολή στους καλεσμένους, επειδή παρατηρούσε με ποιον τρόπο διάλεγαν τις πρωτοκαθεδρίες, λέγοντάς τους:

8 Όταν προσκληθείς από κάποιον σε γάμους, μη καθήσεις στην πρώτη θέση, μήπως και υπάρχει κάποιος καλεσμένος απ’ αυτόν πιο επίσημος από σένα,

9 και καθώς έρθει εκείνος, που κάλεσε εσένα κι αυτόν, σου πει: Δώσε τη θέση σ’ αυτόν· και τότε αρχίσεις με ντροπή να παίρνεις την τελευταία θέση.

10 Αλλά, όταν προσκληθείς, πήγαινε και κάθησε στην τελευταία θέση, για να σου πει, όταν έρθει εκείνος που σε κάλεσε: Φίλε, ανέβα πιο ψηλά. Τότε, θα έχεις δόξα μπροστά στους συγκαθήμενους μαζί σου.

11 Επειδή, όποιος υψώνει τον εαυτό του, θα ταπεινωθεί· και όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του, θα υψωθεί.

12 Έλεγε μάλιστα σ’ εκείνον που τον προσκάλεσε: Όταν κάνεις γεύμα ή δείπνο, μη προσκαλείς τούς φίλους σου ούτε τους αδελφούς σου ούτε τους συγγενείς σου ούτε και πλούσιους γείτονες· μήπως σε αντικαλέσουν κι αυτοί και γίνει σε σένα ανταπόδοση.

13 Αλλά, όταν κάνεις υποδοχή, να προσκαλείς φτωχούς, σακάτηδες, χωλούς, τυφλούς.

14 Και θα είσαι μακάριος· επειδή, δεν έχουν να σου ανταποδώσουν· δεδομένου ότι, η ανταπόδοση θα γίνει σε σένα κατά την ανάσταση των δικαίων.

15 Και ακούγοντας αυτά ένας από τους συγκαθήμενους, του είπε: Μακάριος όποιος φάει ψωμί στη βασιλεία τού Θεού.

16 Και εκείνος είπε σ’ αυτόν: Κάποιος άνθρωπος έκανε ένα μεγάλο δείπνο και κάλεσε πολλούς·

17 και έστειλε τον δούλο του κατά την ώρα τού δείπνου για να πει στους καλεσμένους: Έρχεστε, επειδή όλα είναι ήδη έτοιμα.

18 Και άρχισαν όλοι με μια γνώμη να παραιτούνται. Ο πρώτος τού είπε: Αγόρασα ένα χωράφι, και έχω ανάγκη να βγω έξω και να το δω· σε παρακαλώ, έχε με παραιτημένον.

19 Και ένας άλλος είπε: Αγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια, και πηγαίνω να τα δοκιμάσω· σε παρακαλώ, έχε με παραιτημένον.

20 Και ένας άλλος είπε: Νυμφεύθηκα γυναίκα· και γι’ αυτό δεν μπορώ νάρθω.

21 Και όταν ήρθε ο δούλος εκείνος τα ανήγγειλε αυτά στον κύριό του. Τότε, ο οικοδεσπότης, οργισμένος, είπε στον δούλο του: Βγες γρήγορα έξω στις πλατείες και στους δρόμους τής πόλης, και φέρε εδώ μέσα φτωχούς και σακάτηδες και χωλούς και τυφλούς.

22 Και ο δούλος είπε: Κύριε, έγινε όπως πρόσταξες, και υπάρχει ακόμα τόπος.

23 Και ο κύριος είπε στον δούλο: Βγες έξω στους δρόμους και στους φράχτες, και ανάγκασε να μπουν μέσα, για να γεμίσει το σπίτι μου·

24 επειδή, σας λέω ότι, κανένας από εκείνους τούς καλεσμένους άνδρες δεν θα γευθεί το δείπνο μου.

25 Και μαζί του έρχονταν πολλά πλήθη· και αφού στράφηκε, τους είπε:

26 Αν κάποιος έρχεται σε μένα, και δεν μισεί τον πατέρα του, και τη μητέρα, και τη γυναίκα, και τα παιδιά, και τους αδελφούς, και τις αδελφές, ακόμα μάλιστα και τη δική του ζωή, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου.

27 Και όποιος δεν βαστάζει τον σταυρό του, και έρχεται πίσω μου, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου.

28 Επειδή, ποιος από σας, θέλοντας να κτίσει έναν πύργο, δεν κάθεται πρώτα και λογαριάζει τη δαπάνη, αν έχει τα αναγκαία για να τον αποτελειώσει;

29 Μήπως, αφού βάλει θεμέλιο, και δεν μπορεί να τον αποτελειώσει, αρχίσουν όλοι αυτοί που τον βλέπουν να τον περιπαίζουν, λέγοντας

30 ότι: Αυτός ο άνθρωπος άρχισε να κτίζει, και δεν μπόρεσε να αποτελειώσει.

31 Ή, ποιος βασιλιάς, πηγαίνοντας να πολεμήσει έναν άλλον βασιλιά, δεν κάθεται πρώτα και σκέπτεται, αν είναι δυνατός με 10.000 να συναντήσει αυτόν που έρχεται εναντίον του με 20.000;

32 Ειδεμή, ενώ αυτός είναι ακόμα μακριά, στέλνει πρέσβεις και ζητάει ειρήνη.

33 Έτσι, λοιπόν, καθένας από σας που δεν απαρνιέται όλα τα υπάρχοντά του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου. ​

34 Το αλάτι είναι καλό· αλλά, αν το αλάτι διαφθαρεί, με τι θα αρτυστεί;

35 Δεν είναι πλέον χρήσιμο ούτε για τη γη ούτε για την κοπριά· το ρίχνουν έξω. Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει.