Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 · 20 · 21

Ιωάννην Κεφ. 13

1 ΚΑΙ πριν από τη γιορτή τού Πάσχα, ο Ιησούς, ξέροντας ότι ήρθε η ώρα του, για να αναχωρήσει από τον κόσμο τούτο προς τον Πατέρα, έχοντας αγαπήσει τους δικούς του που ήσαν μέσα στον κόσμο, τους αγάπησε σε τέλειο βαθμό.

2 Και αφού έγινε δείπνο, (ο δε διάβολος είχε ήδη βάλει στην καρδιά τού Ιούδα τού Σίμωνα, του Ισκαριώτη, να τον παραδώσει)·

3 ο Ιησούς, ξέροντας ότι ο Πατέρας έδωσε σ’ αυτόν τα πάντα στα χέρια του, και ότι από τον Θεό βγήκε και προς τον Θεό πηγαίνει,

4 σηκώνεται από το δείπνο, και βγάζει τα ιμάτιά [του], παίρνοντας δε μια πετσέτα, ζώστηκε ολόγυρα στη μέση.

5 Έπειτα, βάζει νερό στη λεκάνη, και άρχισε να πλένει τα πόδια των μαθητών, και να [τα] σκουπίζει με την πετσέτα, που είχε ολόγυρα στη μέση.

6 Έρχεται, λοιπόν, στον Σίμωνα Πέτρο· και εκείνος τού λέει: Κύριε, εσύ μου πλένεις τα πόδια;

7 Ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: [Εκείνο] που εγώ κάνω, εσύ δεν [το] ξέρεις τώρα, θα [το] γνωρίσεις, όμως, ύστερα απ’ αυτά.

8 Ο Πέτρος λέει σ’ αυτόν: Δεν θα πλύνεις τα πόδια μου στον αιώνα. Ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: Αν δεν σε πλύνω, δεν έχεις μέρος μαζί μου.

9 Ο Σίμωνας Πέτρος λέει σ’ αυτόν: Κύριε, όχι μονάχα τα πόδια μου, αλλά και τα χέρια, και το κεφάλι.

10 Ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Εκείνος που είναι λουσμένος δεν έχει ανάγκη παρά μονάχα τα πόδια να πλύνει, για τον λόγο ότι είναι ολόκληρος καθαρός· εσείς είστε καθαροί, αλλά όχι όλοι.

11 Επειδή, ήξερε εκείνον που επρόκειτο να τον παραδώσει· γι’ αυτό, είπε: Δεν είστε όλοι καθαροί.

12 Αφού, λοιπόν, έπλυνε τα πόδια τους, και πήρε τα ιμάτιά του, όταν κάθησε ξανά, τους είπε: Ξέρετε τι σας έκανα;

13 Εσείς με φωνάζετε: Ο δάσκαλος και ο Κύριος· και καλά λέτε, επειδή είμαι.

14 Αν, λοιπόν, εγώ, ο Κύριος και ο δάσκαλος, σας έπλυνα τα πόδια, κι εσείς χρωστάτε να πλένετε ο ένας τα πόδια τού άλλου.

15 Επειδή, παράδειγμα έδωσα σε σας, για να κάνετε κι εσείς, όπως εγώ έκανα σε σας.

16 Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του ούτε απόστολος ανώτερος από εκείνον που τον απέστειλε.

17 Αν τα ξέρετε αυτά, είστε μακάριοι, αν τα κάνετε.

18 Δεν το λέω αυτό για όλους εσάς· εγώ ξέρω ποιους διάλεξα· αλλά, για να εκπληρωθεί η γραφή: «Αυτός που τρώει μαζί μου το ψωμί, σήκωσε εναντίον μου τη φτέρνα του».

19 Από τώρα σας [το] λέω [αυτό], πριν γίνει, για να πιστέψετε όταν γίνει, ότι εγώ είμαι.

20 Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, όποιος δέχεται αυτόν που θα αποστείλω, δέχεται εμένα· και όποιος δέχεται εμένα, δέχεται αυτόν που με απέστειλε.

21 Αφού ο Ιησούς είπε αυτά, ταράχτηκε στο πνεύμα(···) [του], και έδωσε μαρτυρία και είπε: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα, ότι, ένας από σας θα με παραδώσει.

22 Οι μαθητές έβλεπαν, λοιπόν, ο ένας τον άλλον, απορώντας για ποιον [το] λέει.

23 Καθόταν δε γερμένος στον κόρφο τού Ιησού ένας από τους μαθητές του, τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς.

24 Ο Σίμωνας Πέτρος, λοιπόν, του κάνει νεύμα για να ρωτήσει ποιος είναι [αυτός] για τον οποίο [το] λέει.

25 Και εκείνος, αφού έπεσε επάνω στο στήθος τού Ιησού, λέει σ’ αυτόν: Κύριε, ποιος είναι;

26 Ο Ιησούς αποκρίνεται: Είναι εκείνος, στον οποίο εγώ, αφού βουτήξω [στο πιάτο] το κομματάκι τού ψωμιού, θα [το] δώσω. Και αφού βούτηξε το κομματάκι τού ψωμιού [στο πιάτο], το δίνει στον Ιούδα τού Σίμωνα, τον Ισκαριώτη.

27 Και ύστερα από το κομματάκι τού ψωμιού, τότε μπήκε μέσα σ’ εκείνον ο σατανάς. Του λέει, λοιπόν, ο Ιησούς: Ό,τι κάνεις, κάν’ [το], το ταχύτερο.

28 Αυτό, όμως, κανένας από τους καθισμένους δεν [το] κατάλαβε για ποιον σκοπό [το] είπε σ’ αυτόν.

29 Επειδή, μερικοί νόμιζαν, μια που ο Ιούδας είχε το γλωσσόκομο, ότι ο Ιησούς λέει σ’ αυτόν: Αγόρασε όσα έχουμε ανάγκη για τη γιορτή· ή, να δώσει κάτι στους φτωχούς.

30 Καθώς, λοιπόν, εκείνος πήρε το κομματάκι τού ψωμιού, βγήκε αμέσως έξω· ήταν δε νύχτα.

31 Όταν, λοιπόν, [εκείνος] βγήκε έξω, ο Ιησούς λέει: Τώρα δοξάστηκε ο Υιός τού ανθρώπου, και ο Θεός δοξάστηκε σ’ αυτόν.

32 Αν ο Θεός δοξάστηκε σ’ αυτόν, και ο Θεός θα τον δοξάσει μέσα στον εαυτό του, και θα τον δοξάσει αμέσως.

33 Παιδάκια [μου], λίγο ακόμα είμαι μαζί σας. Θα με ζητήσετε· και όπως είπα στους Ιουδαίους, ότι: Όπου πηγαίνω εγώ, εσείς δεν μπορείτε νάρθετε, το λέω τώρα και σε σας.

34 Καινούργια εντολή σάς δίνω: Να αγαπάτε ο ένας τον άλλον· όπως εγώ σας αγάπησα, κι εσείς να αγαπάτε ο ένας τον άλλον.

35 Από τούτο θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, εάν έχετε αγάπη ο ένας προς τον άλλον.

36 Ο Σίμωνας Πέτρος λέει σ’ αυτόν: Κύριε, πού πηγαίνεις; Ο Ιησούς απάντησε σ’ αυτόν: Όπου πηγαίνω, δεν μπορείς τώρα να με ακολουθήσεις· ύστερα, όμως, θα με ακολουθήσεις.

37 Του λέει ο Πέτρος: Κύριε, γιατί δεν μπορώ να σε ακολουθήσω τώρα; Την ψυχή μου θα βάλω για χάρη σου.

38 Ο Ιησούς αποκρίθηκε σ’ αυτόν: Την ψυχή σου θα βάλεις για χάρη μου; Σε διαβεβαιώνω απόλυτα, δεν θα λαλήσει ο πετεινός, μέχρις ότου με απαρνηθείς τρεις φορές.