Kεφάλαια

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 · 11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16

Ρωμαίους Κεφ. 9

1 ΣΑΣ λέω αλήθεια, εν Χριστώ, δεν ψεύδομαι, (έχοντας τη συνείδησή μου να συμμαρτυρεί μαζί μου, με [επιβεβαίωση από το] Άγιο Πνεύμα),

2 ότι έχω μεγάλη λύπη και αδιάκοπη οδύνη μέσα στην καρδιά μου.

3 Επειδή, ευχόμουν εγώ ο ίδιος να είμαι ανάθεμα από τον Χριστό χάρη των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα·

4 που είναι Ισραηλίτες, των οποίων [είναι] η υιοθεσία, και η δόξα, και οι διαθήκες, και η νομοθεσία, και η λατρεία, και οι υποσχέσεις·

5 των οποίων [είναι] οι πατέρες, και από τους οποίους [γεννήθηκε] ο Χριστός, όσον αφορά τη σάρκα, αυτός που είναι επάνω σε όλους ευλογητός Θεός στους αιώνες. Αμήν.

6 Αλλά, δεν είναι δυνατόν ότι ξέπεσε ο λόγος τού Θεού. Επειδή, όλοι από τον Ισραήλ, αυτοί δεν [είναι] Ισραήλ.

7 Ούτε επειδή είναι σπέρμα τού Αβραάμ, [γι’ αυτό είναι] όλοι παιδιά· αλλά, «στον Ισαάκ θα αποκληθεί σε σένα σπέρμα».

8 Δηλαδή, τα παιδιά κατά σάρκα, αυτά δεν [είναι] παιδιά τού Θεού· αλλά, τα παιδιά τής υπόσχεσης λογαριάζονται για σπέρμα.

9 Επειδή, ο λόγος τής υπόσχεσης [είναι] τούτος: «Κατά την ίδια εποχή θάρθω, και η Σάρρα θα έχει έναν γιο».

10 Και όχι μονάχα [αυτό], αλλά και η Ρεβέκκα, όταν συνέλαβε [δύο] από [έναν] άνδρα, από τον Ισαάκ τον πατέρα μας·

11 (επειδή, πριν ακόμα γεννηθούν [τα παιδιά], και πριν κάνουν κάτι, αγαθό ή κακό, για να μένει ο προορισμός τού Θεού κατ’ εκλογήν, όχι από τα έργα, αλλά από εκείνον που καλεί),

12 ειπώθηκε σ’ αυτήν ότι: «Ο μεγαλύτερος θα γίνει δούλος στον μικρότερο».

13 Καθώς είναι γραμμένο: «Τον Ιακώβ αγάπησα, ενώ τον Ησαύ [τον] μίσησα».

14 Τι, λοιπόν, θα πούμε; Μήπως [υπάρχει] αδικία στον Θεό; Μη γένοιτο.

15 Επειδή, λέει στον Μωυσή: «Θα ελεήσω όποιον ελεώ, και θα σπλαχνιστώ όποιον σπλαχνίζομαι».

16 Άρα, λοιπόν, δεν [εξαρτάται] από εκείνον που θέλει ούτε από εκείνον που τρέχει, αλλά από τον Θεό που ελεεί.

17 Επειδή, η γραφή λέει στον Φαραώ ότι: «Γι’ αυτό τον σκοπό σε ανύψωσα, για να δείξω σε σένα τη δύναμή μου, και για να εξαγγελθεί το όνομά μου σε όλη τη γη».

18 Άρα, λοιπόν, όποιον θέλει ελεεί· και όποιον θέλει, σκληραίνει.

19 Θα μου πεις, λοιπόν: [Ο Θεός] γιατί πλέον κατηγορεί; Στο θέλημά του ποιος εναντιώνεται;

20 Αλλά, μάλιστα, εσύ, ω άνθρωπε, ποιος είσαι που αντιμιλάς στον Θεό; Μήπως το πλάσμα θα πει σ’ αυτόν που το έπλασε: Γιατί με έπλασες έτσι;

21 Ή, δεν έχει εξουσία ο κεραμέας επάνω στον πηλό, από το ίδιο μίγμα να κάνει το ένα μεν σκεύος για χρήση τιμητική, το άλλο δε για χρήση όχι τιμητική;

22 Και τι, αν ο Θεός, θέλοντας να δείξει την οργή του και να κάνει γνωστή τη δύναμή του, υπέφερε με πολλή μακροθυμία σκεύη οργής καταρτισμένα σε απώλεια;

23 Και για να γνωστοποιήσει τον πλούτο τής δόξας του σε σκεύη ελέους, που προετοίμασε για δόξα,

24 εμάς, που μας κάλεσε, όχι μονάχα από τους Ιουδαίους, αλλά και από τα έθνη;

25 Όπως λέει και στον Ωσηέ: «Θα αποκαλέσω λαό μου, αυτόν που δεν είναι λαός μου, και αγαπημένη, αυτήν που δεν είναι αγαπημένη».

26 «Και στον τόπο που τους ειπώθηκε: Δεν είστε λαός μου, εκεί θα αποκληθούν γιοι τού ζωντανού Θεού».

27 Και ο Ησαϊας κράζει υπέρ του Ισραήλ: «Αν και ο αριθμός των γιων τού Ισραήλ είναι σαν την άμμο τής θάλασσας, το υπόλειμμά τους θα σωθεί·

28 επειδή, ο Κύριος θα τελειώσει και θα κάνει γρήγορα λογαριασμό με δικαιοσύνη, δεδομένου ότι θα κάνει λογαριασμό με γρήγορους ρυθμούς επάνω στη γη».

29 Και όπως προείπε ο Ησαϊας: «Αν ο Κύριος Σαβαώθ δεν άφηνε σε μας σπέρμα, σαν τα Σόδομα θα είχαμε γίνει, και με τα Γόμορρα θα είχαμε εξομοιωθεί».

30 Τι θα πούμε, λοιπόν; Ότι τα έθνη, που δεν ζητούσαν δικαιοσύνη, έφτασαν σε δικαιοσύνη, δικαιοσύνη όμως που στηρίζεται στην πίστη·

31 ενώ ο Ισραήλ, ζητώντας νόμο δικαιοσύνης, σε νόμο δικαιοσύνης δεν έφτασε.

32 Γιατί; Επειδή, δεν [τη ζητούσε] με βάση την πίστη, αλλά ως αποτέλεσμα των έργων τού νόμου. Επειδή, πρόσκοψαν στην πέτρα τού προσκόμματος·

33 όπως είναι γραμμένο: «Δέστε, βάζω στη Σιών λίθον προσκόμματος, και πέτρα σκανδάλου, και κάθε ένας που πιστεύει σ’ αυτόν δεν θα ντροπιαστεί».