Απλώς θέλω να γίνω θεός

Γένεση 3:1-19

Γένεση 3:1-19
1ΤΟ φίδι, μάλιστα, ήταν το φρονιμότερο από όλα τα ζώα τού χωραφιού, που έκανε ο Κύριος ο Θεός· και [το φίδι] είπε στη γυναίκα: Στ' αλήθεια, είπε ο Θεός: Μη φάτε από κάθε δέντρο τού παραδείσου;
2Και η γυναίκα είπε στο φίδι: Από τον καρπό των δέντρων τού παραδείσου μπορούμε να φάμε·
3από τον καρπό, όμως, του δέντρου, που [είναι] στο μέσον του παραδείσου, ο Θεός είπε: Μη φάτε απ' αυτόν, μήτε να τον αγγίξετε, για να μη πεθάνετε.
4Και το φίδι είπε στη γυναίκα: Σίγουρα δεν θα πεθάνετε,
5αλλ' ο Θεός ξέρει ότι την ίδια ημέρα που θα φάτε απ' αυτόν, τα μάτια σας θα ανοιχτούν, και θα είστε σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό.
6Και η γυναίκα είδε ότι το δέντρο [ήταν] καλό για τροφή, και ότι ήταν αρεστό στα μάτια, και το δέντρο [ήταν] επιθυμητό στο να δίνει γνώση· και αφού πήρε από τον καρπό του, έφαγε· και έδωσε και στον άνδρα της μαζί της, κι αυτός έφαγε.
7Κι ανοίχτηκαν τα μάτια και των δύο και γνώρισαν ότι ήσαν γυμνοί· και αφού έρραψαν φύλλα συκιάς, έφτιαξαν για τον εαυτό τους περιζώματα.
8Και άκουσαν τη φωνή τού Κυρίου τού Θεού, να περπατάει στον παράδεισο προς το δειλινό· και ο Αδάμ και η γυναίκα του κρύφτηκαν από το πρόσωπο του Κυρίου τού Θεού, ανάμεσα στα δέντρα τού παραδείσου.
9Και ο Κύριος ο Θεός κάλεσε τον Αδάμ, και του είπε: Πού είσαι;
10Κι εκείνος είπε: Άκουσα τη φωνή σου στον παράδεισο, και φοβήθηκα, επειδή είμαι γυμνός· και κρύφτηκα.
11Και [ο Θεός τού] είπε: Ποιος σου φανέρωσε ότι είσαι γυμνός; Μήπως έφαγες από το δέντρο, από το οποίο σε πρόσταξα να μη φας;
12Και ο Αδάμ είπε: Η γυναίκα που μου έδωσες για [να είναι] μαζί μου, αυτή μου έδωσε από το δέντρο και έφαγα.
13Και ο Κύριος ο Θεός είπε στη γυναίκα: Τι [είναι] τούτο [που] έκανες; Και η γυναίκα είπε: Το φίδι με εξαπάτησε, και έφαγα.
14Και ο Κύριος ο Θεός είπε στο φίδι: Επειδή έκανες τούτο, επικατάρατο να είσαι ανάμεσα σε όλα τα κτήνη, και όλα τα ζώα τού χωραφιού· επάνω στην κοιλιά σου θα περπατάς, και θα τρως χώμα, όλες τις ημέρες τής ζωής σου·
15και θα στήσω έχθρα ανάμεσα σε σένα και στη γυναίκα, κι ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της· αυτό θα σου συντρίψει το κεφάλι, κι εσύ θα του λογχίσεις τη φτέρνα του.
16Και στη γυναίκα είπε: Θα υπερπληθύνω τις λύπες σου και [τους πόνους] της κυοφορίας σου· με λύπες θα γεννάς παιδιά· και στον άνδρα σου [θα είναι] η επιθυμία σου, κι αυτός θα σε εξουσιάζει.
17Και στον Αδάμ είπε: Επειδή υπάκουσες στον λόγο τής γυναίκας σου, και έφαγες από το δέντρο, από το οποίο σε είχα προστάξει λέγοντας: Μη φας απ' αυτό, καταραμένη [να είναι] η γη εξαιτίας σου· με λύπες θα τρως [τους καρπούς] της όλες τις ημέρες τής ζωής σου·
18αγκάθια δε και τριβόλια θα βλαστάνει σε σένα· και θα τρως το χορτάρι τού χωραφιού·
19με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί [σου], μέχρις ότου επιστρέψεις στη γη, από την οποία πάρθηκες· επειδή, γη είσαι και σε γη θα επιστρέψεις.

Η αποκάλυψη του Χριστού και των υποσχέσεών Του

Ιωάννην 4:1-42

Γένεση 3:1-19
1ΤΟ φίδι, μάλιστα, ήταν το φρονιμότερο από όλα τα ζώα τού χωραφιού, που έκανε ο Κύριος ο Θεός· και [το φίδι] είπε στη γυναίκα: Στ' αλήθεια, είπε ο Θεός: Μη φάτε από κάθε δέντρο τού παραδείσου;
2Και η γυναίκα είπε στο φίδι: Από τον καρπό των δέντρων τού παραδείσου μπορούμε να φάμε·
3από τον καρπό, όμως, του δέντρου, που [είναι] στο μέσον του παραδείσου, ο Θεός είπε: Μη φάτε απ' αυτόν, μήτε να τον αγγίξετε, για να μη πεθάνετε.
4Και το φίδι είπε στη γυναίκα: Σίγουρα δεν θα πεθάνετε,
5αλλ' ο Θεός ξέρει ότι την ίδια ημέρα που θα φάτε απ' αυτόν, τα μάτια σας θα ανοιχτούν, και θα είστε σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό.
6Και η γυναίκα είδε ότι το δέντρο [ήταν] καλό για τροφή, και ότι ήταν αρεστό στα μάτια, και το δέντρο [ήταν] επιθυμητό στο να δίνει γνώση· και αφού πήρε από τον καρπό του, έφαγε· και έδωσε και στον άνδρα της μαζί της, κι αυτός έφαγε.
7Κι ανοίχτηκαν τα μάτια και των δύο και γνώρισαν ότι ήσαν γυμνοί· και αφού έρραψαν φύλλα συκιάς, έφτιαξαν για τον εαυτό τους περιζώματα.
8Και άκουσαν τη φωνή τού Κυρίου τού Θεού, να περπατάει στον παράδεισο προς το δειλινό· και ο Αδάμ και η γυναίκα του κρύφτηκαν από το πρόσωπο του Κυρίου τού Θεού, ανάμεσα στα δέντρα τού παραδείσου.
9Και ο Κύριος ο Θεός κάλεσε τον Αδάμ, και του είπε: Πού είσαι;
10Κι εκείνος είπε: Άκουσα τη φωνή σου στον παράδεισο, και φοβήθηκα, επειδή είμαι γυμνός· και κρύφτηκα.
11Και [ο Θεός τού] είπε: Ποιος σου φανέρωσε ότι είσαι γυμνός; Μήπως έφαγες από το δέντρο, από το οποίο σε πρόσταξα να μη φας;
12Και ο Αδάμ είπε: Η γυναίκα που μου έδωσες για [να είναι] μαζί μου, αυτή μου έδωσε από το δέντρο και έφαγα.
13Και ο Κύριος ο Θεός είπε στη γυναίκα: Τι [είναι] τούτο [που] έκανες; Και η γυναίκα είπε: Το φίδι με εξαπάτησε, και έφαγα.
14Και ο Κύριος ο Θεός είπε στο φίδι: Επειδή έκανες τούτο, επικατάρατο να είσαι ανάμεσα σε όλα τα κτήνη, και όλα τα ζώα τού χωραφιού· επάνω στην κοιλιά σου θα περπατάς, και θα τρως χώμα, όλες τις ημέρες τής ζωής σου·
15και θα στήσω έχθρα ανάμεσα σε σένα και στη γυναίκα, κι ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της· αυτό θα σου συντρίψει το κεφάλι, κι εσύ θα του λογχίσεις τη φτέρνα του.
16Και στη γυναίκα είπε: Θα υπερπληθύνω τις λύπες σου και [τους πόνους] της κυοφορίας σου· με λύπες θα γεννάς παιδιά· και στον άνδρα σου [θα είναι] η επιθυμία σου, κι αυτός θα σε εξουσιάζει.
17Και στον Αδάμ είπε: Επειδή υπάκουσες στον λόγο τής γυναίκας σου, και έφαγες από το δέντρο, από το οποίο σε είχα προστάξει λέγοντας: Μη φας απ' αυτό, καταραμένη [να είναι] η γη εξαιτίας σου· με λύπες θα τρως [τους καρπούς] της όλες τις ημέρες τής ζωής σου·
18αγκάθια δε και τριβόλια θα βλαστάνει σε σένα· και θα τρως το χορτάρι τού χωραφιού·
19με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί [σου], μέχρις ότου επιστρέψεις στη γη, από την οποία πάρθηκες· επειδή, γη είσαι και σε γη θα επιστρέψεις.
Ιωάννην 4:1-42
1ΚΑΘΩΣ, λοιπόν, ο Κύριος έμαθε ότι οι Φαρισαίοι άκουσαν πως ο Ιησούς κάνει περισσότερους μαθητές, και βαπτίζει, παρά ο Ιωάννης,
2(αν και ο ίδιος ο Ιησούς δεν βάπτιζε, αλλά οι μαθητές του)·
3άφησε την Ιουδαία, και αναχώρησε πάλι για τη Γαλιλαία.
4Έπρεπε, μάλιστα, να περάσει διαμέσου της Σαμάρειας.
5Έρχεται, λοιπόν, στην πόλη τής Σαμάρειας, που την έλεγαν Σιχάρ, κοντά στο χωράφι, που ο Ιακώβ έδωσε στον Ιωσήφ, τον γιο του.
6Και υπήρχε εκεί μια πηγή τού Ιακώβ. Ο Ιησούς, λοιπόν, κουρασμένος καθώς ήταν από την οδοιπορία, καθόταν, έτσι [όπως ήταν], στην πηγή. Η ώρα ήταν περίπου έξι.
7Έρχεται [κάποια] γυναίκα από τη Σαμάρεια για να αντλήσει νερό. Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Δος μου να πιω.
8Επειδή, οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη, για να αγοράσουν τροφές.
9Του λέει, λοιπόν, η γυναίκα η Σαμαρείτισσα: Πώς εσύ, ενώ είσαι Ιουδαίος, ζητάς να πιεις από μένα, που είμαι γυναίκα Σαμαρείτισσα; Επειδή, δεν έχουν επικοινωνία οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες.
10Ο Ιησούς αποκρίθηκε και της είπε: Αν ήξερες τη δωρεά τού Θεού, και ποιος είναι αυτός που σου λέει: Δος μου να πιω, εσύ θα ζητούσες απ' αυτόν, και θα σου έδινε το ζωντανό νερό.
11Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Κύριε, ούτε δοχείο άντλησης έχεις, και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού, λοιπόν, έχεις το ζωντανό νερό;
12Μήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον πατέρα μας, τον Ιακώβ, που μας έδωσε το πηγάδι, και ήπιε απ' αυτό αυτός, και οι γιοι του, και τα ζωντανά του;
13Ο Ιησούς αποκρίθηκε και της είπε: Καθένας που πίνει από τούτο το νερό, θα διψάσει ξανά·
14όποιος, όμως, πιει από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει στον αιώνα· αλλά, το νερό που θα δώσω σ' αυτόν, θα γίνει μέσα του πηγή νερού, που θα αναβλύζει σε αιώνια ζωή.
15Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Κύριε, δος μου αυτό το νερό, για να μη διψάω ούτε να έρχομαι εδώ να αντλώ.
16Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Πήγαινε, κάλεσε τον άνδρα σου κι έλα εδώ.
17Η γυναίκα απάντησε και είπε: Δεν έχω άνδρα. Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Σωστά είπες, ότι: Δεν έχω άνδρα·
18επειδή, πέντε άνδρες πήρες, και [εκείνον] που έχεις τώρα, δεν είναι άνδρας σου· αυτό [που] είπες [είναι] αλήθεια.
19Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης.
20Οι πατέρες μας προσκύνησαν σε τούτο το βουνό· κι εσείς λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος, όπου πρέπει να προσκυνούμε.
21Ο Ιησούς τής λέει: Γυναίκα, πίστεψέ με, ότι, έρχεται ώρα, κατά την οποία ούτε σε τούτο το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήσετε τον Πατέρα.
22Εσείς προσκυνάτε [εκείνο] που δεν ξέρετε· εμείς προσκυνούμε [εκείνο] που ξέρουμε· επειδή, η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους.
23Όμως, έρχεται ώρα, και ήδη είναι, όταν οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Πατέρα με πνεύμα και με αλήθεια· επειδή, ο Πατέρας τέτοιου είδους ζητάει [να είναι] εκείνοι που τον προσκυνούν.
24Ο Θεός [είναι] πνεύμα· και εκείνοι που τον προσκυνούν με πνεύμα και με αλήθεια πρέπει να [τον] προσκυνούν.
25Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Ξέρω ότι έρχεται ο Μεσσίας, αυτός που λέγεται Χριστός· όταν έρθει εκείνος, θα μας [τα] αναγγείλει όλα.
26Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Εγώ είμαι, αυτός που σου μιλάει.
27Κι επάνω σ' αυτό ήρθαν οι μαθητές του, και θαύμασαν ότι μιλούσε με γυναίκα· κανένας, όμως, δεν είπε: Τι ζητάς; Ή, γιατί μιλάς μαζί της;
28Η γυναίκα άφησε, λοιπόν, τη στάμνα της, και πήγε στην πόλη, και λέει στους ανθρώπους:
29Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο, που μου είπε όλα όσα έκανα· μήπως είναι αυτός ο Χριστός;
30Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη, και έρχονταν σ' αυτόν.
31Εντωμεταξύ, όμως, οι μαθητές τον παρακαλούσαν, λέγοντας: Ραββί, φάε.
32Και εκείνος είπε σ' αυτούς: Εγώ έχω φαγητό να φάω, που εσείς δεν ξέρετε.
33Έλεγαν, λοιπόν, οι μαθητές του αναμεταξύ τους: Μήπως του έφερε κάποιος να φάει;
34Ο Ιησούς λέει σ' αυτούς: Το δικό μου φαγητό είναι να πράττω το θέλημα εκείνου που με απέστειλε, και να τελειώσω το έργο του.
35Δεν λέτε εσείς ότι, τέσσερις μήνες είναι ακόμα, και έρχεται ο θερισμός; Προσέξτε, σας λέω, σηκώστε ψηλά τα μάτια σας, και δείτε τα χωράφια, ότι είναι κιόλας άσπρα για θερισμό.
36Και εκείνος που θερίζει παίρνει μισθό, και μαζεύει καρπό για αιώνια ζωή, για να χαίρεται μαζί και εκείνος που σπέρνει και εκείνος που θερίζει.
37Επειδή, σε τούτο αληθεύει ο λόγος, ότι: Άλλος είναι εκείνος που σπέρνει, και άλλος εκείνος που θερίζει.
38Εγώ σας απέστειλα για να θερίζετε [εκείνο] στο οποίο εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι κοπίασαν, κι εσείς μπήκατε μέσα στον κόπο τους.
39Από την πόλη εκείνη, μάλιστα, πολλοί από τους Σαμαρείτες πίστεψαν σ' αυτόν, εξαιτίας τού λόγου τής γυναίκας που έδινε μαρτυρία, ότι: Μου είπε όλα όσα έπραξα.
40Καθώς, λοιπόν, ήρθαν σ' αυτόν οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσαν να μείνει κοντά τους. Και έμεινε εκεί δύο ημέρες.
41Και πολύ περισσότεροι πίστεψαν εξαιτίας τού λόγου του·
42και έλεγαν στη γυναίκα, ότι: Δεν πιστεύουμε πλέον εξαιτίας τού λόγου σου· επειδή, εμείς ακούσαμε, και γνωρίζουμε ότι αυτός είναι αληθινά ο Σωτήρας τού κόσμου, ο Χριστός.

Καινούργιος Ουρανός & Καινούργια Γη

Αποκάλυψη 21-22

Γένεση 3:1-19
1ΤΟ φίδι, μάλιστα, ήταν το φρονιμότερο από όλα τα ζώα τού χωραφιού, που έκανε ο Κύριος ο Θεός· και [το φίδι] είπε στη γυναίκα: Στ' αλήθεια, είπε ο Θεός: Μη φάτε από κάθε δέντρο τού παραδείσου;
2Και η γυναίκα είπε στο φίδι: Από τον καρπό των δέντρων τού παραδείσου μπορούμε να φάμε·
3από τον καρπό, όμως, του δέντρου, που [είναι] στο μέσον του παραδείσου, ο Θεός είπε: Μη φάτε απ' αυτόν, μήτε να τον αγγίξετε, για να μη πεθάνετε.
4Και το φίδι είπε στη γυναίκα: Σίγουρα δεν θα πεθάνετε,
5αλλ' ο Θεός ξέρει ότι την ίδια ημέρα που θα φάτε απ' αυτόν, τα μάτια σας θα ανοιχτούν, και θα είστε σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό.
6Και η γυναίκα είδε ότι το δέντρο [ήταν] καλό για τροφή, και ότι ήταν αρεστό στα μάτια, και το δέντρο [ήταν] επιθυμητό στο να δίνει γνώση· και αφού πήρε από τον καρπό του, έφαγε· και έδωσε και στον άνδρα της μαζί της, κι αυτός έφαγε.
7Κι ανοίχτηκαν τα μάτια και των δύο και γνώρισαν ότι ήσαν γυμνοί· και αφού έρραψαν φύλλα συκιάς, έφτιαξαν για τον εαυτό τους περιζώματα.
8Και άκουσαν τη φωνή τού Κυρίου τού Θεού, να περπατάει στον παράδεισο προς το δειλινό· και ο Αδάμ και η γυναίκα του κρύφτηκαν από το πρόσωπο του Κυρίου τού Θεού, ανάμεσα στα δέντρα τού παραδείσου.
9Και ο Κύριος ο Θεός κάλεσε τον Αδάμ, και του είπε: Πού είσαι;
10Κι εκείνος είπε: Άκουσα τη φωνή σου στον παράδεισο, και φοβήθηκα, επειδή είμαι γυμνός· και κρύφτηκα.
11Και [ο Θεός τού] είπε: Ποιος σου φανέρωσε ότι είσαι γυμνός; Μήπως έφαγες από το δέντρο, από το οποίο σε πρόσταξα να μη φας;
12Και ο Αδάμ είπε: Η γυναίκα που μου έδωσες για [να είναι] μαζί μου, αυτή μου έδωσε από το δέντρο και έφαγα.
13Και ο Κύριος ο Θεός είπε στη γυναίκα: Τι [είναι] τούτο [που] έκανες; Και η γυναίκα είπε: Το φίδι με εξαπάτησε, και έφαγα.
14Και ο Κύριος ο Θεός είπε στο φίδι: Επειδή έκανες τούτο, επικατάρατο να είσαι ανάμεσα σε όλα τα κτήνη, και όλα τα ζώα τού χωραφιού· επάνω στην κοιλιά σου θα περπατάς, και θα τρως χώμα, όλες τις ημέρες τής ζωής σου·
15και θα στήσω έχθρα ανάμεσα σε σένα και στη γυναίκα, κι ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της· αυτό θα σου συντρίψει το κεφάλι, κι εσύ θα του λογχίσεις τη φτέρνα του.
16Και στη γυναίκα είπε: Θα υπερπληθύνω τις λύπες σου και [τους πόνους] της κυοφορίας σου· με λύπες θα γεννάς παιδιά· και στον άνδρα σου [θα είναι] η επιθυμία σου, κι αυτός θα σε εξουσιάζει.
17Και στον Αδάμ είπε: Επειδή υπάκουσες στον λόγο τής γυναίκας σου, και έφαγες από το δέντρο, από το οποίο σε είχα προστάξει λέγοντας: Μη φας απ' αυτό, καταραμένη [να είναι] η γη εξαιτίας σου· με λύπες θα τρως [τους καρπούς] της όλες τις ημέρες τής ζωής σου·
18αγκάθια δε και τριβόλια θα βλαστάνει σε σένα· και θα τρως το χορτάρι τού χωραφιού·
19με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί [σου], μέχρις ότου επιστρέψεις στη γη, από την οποία πάρθηκες· επειδή, γη είσαι και σε γη θα επιστρέψεις.
Ιωάννην 4:1-42
1ΚΑΘΩΣ, λοιπόν, ο Κύριος έμαθε ότι οι Φαρισαίοι άκουσαν πως ο Ιησούς κάνει περισσότερους μαθητές, και βαπτίζει, παρά ο Ιωάννης,
2(αν και ο ίδιος ο Ιησούς δεν βάπτιζε, αλλά οι μαθητές του)·
3άφησε την Ιουδαία, και αναχώρησε πάλι για τη Γαλιλαία.
4Έπρεπε, μάλιστα, να περάσει διαμέσου της Σαμάρειας.
5Έρχεται, λοιπόν, στην πόλη τής Σαμάρειας, που την έλεγαν Σιχάρ, κοντά στο χωράφι, που ο Ιακώβ έδωσε στον Ιωσήφ, τον γιο του.
6Και υπήρχε εκεί μια πηγή τού Ιακώβ. Ο Ιησούς, λοιπόν, κουρασμένος καθώς ήταν από την οδοιπορία, καθόταν, έτσι [όπως ήταν], στην πηγή. Η ώρα ήταν περίπου έξι.
7Έρχεται [κάποια] γυναίκα από τη Σαμάρεια για να αντλήσει νερό. Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Δος μου να πιω.
8Επειδή, οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη, για να αγοράσουν τροφές.
9Του λέει, λοιπόν, η γυναίκα η Σαμαρείτισσα: Πώς εσύ, ενώ είσαι Ιουδαίος, ζητάς να πιεις από μένα, που είμαι γυναίκα Σαμαρείτισσα; Επειδή, δεν έχουν επικοινωνία οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες.
10Ο Ιησούς αποκρίθηκε και της είπε: Αν ήξερες τη δωρεά τού Θεού, και ποιος είναι αυτός που σου λέει: Δος μου να πιω, εσύ θα ζητούσες απ' αυτόν, και θα σου έδινε το ζωντανό νερό.
11Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Κύριε, ούτε δοχείο άντλησης έχεις, και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού, λοιπόν, έχεις το ζωντανό νερό;
12Μήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον πατέρα μας, τον Ιακώβ, που μας έδωσε το πηγάδι, και ήπιε απ' αυτό αυτός, και οι γιοι του, και τα ζωντανά του;
13Ο Ιησούς αποκρίθηκε και της είπε: Καθένας που πίνει από τούτο το νερό, θα διψάσει ξανά·
14όποιος, όμως, πιει από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει στον αιώνα· αλλά, το νερό που θα δώσω σ' αυτόν, θα γίνει μέσα του πηγή νερού, που θα αναβλύζει σε αιώνια ζωή.
15Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Κύριε, δος μου αυτό το νερό, για να μη διψάω ούτε να έρχομαι εδώ να αντλώ.
16Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Πήγαινε, κάλεσε τον άνδρα σου κι έλα εδώ.
17Η γυναίκα απάντησε και είπε: Δεν έχω άνδρα. Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Σωστά είπες, ότι: Δεν έχω άνδρα·
18επειδή, πέντε άνδρες πήρες, και [εκείνον] που έχεις τώρα, δεν είναι άνδρας σου· αυτό [που] είπες [είναι] αλήθεια.
19Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης.
20Οι πατέρες μας προσκύνησαν σε τούτο το βουνό· κι εσείς λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος, όπου πρέπει να προσκυνούμε.
21Ο Ιησούς τής λέει: Γυναίκα, πίστεψέ με, ότι, έρχεται ώρα, κατά την οποία ούτε σε τούτο το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήσετε τον Πατέρα.
22Εσείς προσκυνάτε [εκείνο] που δεν ξέρετε· εμείς προσκυνούμε [εκείνο] που ξέρουμε· επειδή, η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους.
23Όμως, έρχεται ώρα, και ήδη είναι, όταν οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Πατέρα με πνεύμα και με αλήθεια· επειδή, ο Πατέρας τέτοιου είδους ζητάει [να είναι] εκείνοι που τον προσκυνούν.
24Ο Θεός [είναι] πνεύμα· και εκείνοι που τον προσκυνούν με πνεύμα και με αλήθεια πρέπει να [τον] προσκυνούν.
25Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Ξέρω ότι έρχεται ο Μεσσίας, αυτός που λέγεται Χριστός· όταν έρθει εκείνος, θα μας [τα] αναγγείλει όλα.
26Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Εγώ είμαι, αυτός που σου μιλάει.
27Κι επάνω σ' αυτό ήρθαν οι μαθητές του, και θαύμασαν ότι μιλούσε με γυναίκα· κανένας, όμως, δεν είπε: Τι ζητάς; Ή, γιατί μιλάς μαζί της;
28Η γυναίκα άφησε, λοιπόν, τη στάμνα της, και πήγε στην πόλη, και λέει στους ανθρώπους:
29Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο, που μου είπε όλα όσα έκανα· μήπως είναι αυτός ο Χριστός;
30Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη, και έρχονταν σ' αυτόν.
31Εντωμεταξύ, όμως, οι μαθητές τον παρακαλούσαν, λέγοντας: Ραββί, φάε.
32Και εκείνος είπε σ' αυτούς: Εγώ έχω φαγητό να φάω, που εσείς δεν ξέρετε.
33Έλεγαν, λοιπόν, οι μαθητές του αναμεταξύ τους: Μήπως του έφερε κάποιος να φάει;
34Ο Ιησούς λέει σ' αυτούς: Το δικό μου φαγητό είναι να πράττω το θέλημα εκείνου που με απέστειλε, και να τελειώσω το έργο του.
35Δεν λέτε εσείς ότι, τέσσερις μήνες είναι ακόμα, και έρχεται ο θερισμός; Προσέξτε, σας λέω, σηκώστε ψηλά τα μάτια σας, και δείτε τα χωράφια, ότι είναι κιόλας άσπρα για θερισμό.
36Και εκείνος που θερίζει παίρνει μισθό, και μαζεύει καρπό για αιώνια ζωή, για να χαίρεται μαζί και εκείνος που σπέρνει και εκείνος που θερίζει.
37Επειδή, σε τούτο αληθεύει ο λόγος, ότι: Άλλος είναι εκείνος που σπέρνει, και άλλος εκείνος που θερίζει.
38Εγώ σας απέστειλα για να θερίζετε [εκείνο] στο οποίο εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι κοπίασαν, κι εσείς μπήκατε μέσα στον κόπο τους.
39Από την πόλη εκείνη, μάλιστα, πολλοί από τους Σαμαρείτες πίστεψαν σ' αυτόν, εξαιτίας τού λόγου τής γυναίκας που έδινε μαρτυρία, ότι: Μου είπε όλα όσα έπραξα.
40Καθώς, λοιπόν, ήρθαν σ' αυτόν οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσαν να μείνει κοντά τους. Και έμεινε εκεί δύο ημέρες.
41Και πολύ περισσότεροι πίστεψαν εξαιτίας τού λόγου του·
42και έλεγαν στη γυναίκα, ότι: Δεν πιστεύουμε πλέον εξαιτίας τού λόγου σου· επειδή, εμείς ακούσαμε, και γνωρίζουμε ότι αυτός είναι αληθινά ο Σωτήρας τού κόσμου, ο Χριστός.

Περί των παρθένων

Α΄ Κορινθίους 7:25-40

Γένεση 3:1-19
1ΤΟ φίδι, μάλιστα, ήταν το φρονιμότερο από όλα τα ζώα τού χωραφιού, που έκανε ο Κύριος ο Θεός· και [το φίδι] είπε στη γυναίκα: Στ' αλήθεια, είπε ο Θεός: Μη φάτε από κάθε δέντρο τού παραδείσου;
2Και η γυναίκα είπε στο φίδι: Από τον καρπό των δέντρων τού παραδείσου μπορούμε να φάμε·
3από τον καρπό, όμως, του δέντρου, που [είναι] στο μέσον του παραδείσου, ο Θεός είπε: Μη φάτε απ' αυτόν, μήτε να τον αγγίξετε, για να μη πεθάνετε.
4Και το φίδι είπε στη γυναίκα: Σίγουρα δεν θα πεθάνετε,
5αλλ' ο Θεός ξέρει ότι την ίδια ημέρα που θα φάτε απ' αυτόν, τα μάτια σας θα ανοιχτούν, και θα είστε σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό.
6Και η γυναίκα είδε ότι το δέντρο [ήταν] καλό για τροφή, και ότι ήταν αρεστό στα μάτια, και το δέντρο [ήταν] επιθυμητό στο να δίνει γνώση· και αφού πήρε από τον καρπό του, έφαγε· και έδωσε και στον άνδρα της μαζί της, κι αυτός έφαγε.
7Κι ανοίχτηκαν τα μάτια και των δύο και γνώρισαν ότι ήσαν γυμνοί· και αφού έρραψαν φύλλα συκιάς, έφτιαξαν για τον εαυτό τους περιζώματα.
8Και άκουσαν τη φωνή τού Κυρίου τού Θεού, να περπατάει στον παράδεισο προς το δειλινό· και ο Αδάμ και η γυναίκα του κρύφτηκαν από το πρόσωπο του Κυρίου τού Θεού, ανάμεσα στα δέντρα τού παραδείσου.
9Και ο Κύριος ο Θεός κάλεσε τον Αδάμ, και του είπε: Πού είσαι;
10Κι εκείνος είπε: Άκουσα τη φωνή σου στον παράδεισο, και φοβήθηκα, επειδή είμαι γυμνός· και κρύφτηκα.
11Και [ο Θεός τού] είπε: Ποιος σου φανέρωσε ότι είσαι γυμνός; Μήπως έφαγες από το δέντρο, από το οποίο σε πρόσταξα να μη φας;
12Και ο Αδάμ είπε: Η γυναίκα που μου έδωσες για [να είναι] μαζί μου, αυτή μου έδωσε από το δέντρο και έφαγα.
13Και ο Κύριος ο Θεός είπε στη γυναίκα: Τι [είναι] τούτο [που] έκανες; Και η γυναίκα είπε: Το φίδι με εξαπάτησε, και έφαγα.
14Και ο Κύριος ο Θεός είπε στο φίδι: Επειδή έκανες τούτο, επικατάρατο να είσαι ανάμεσα σε όλα τα κτήνη, και όλα τα ζώα τού χωραφιού· επάνω στην κοιλιά σου θα περπατάς, και θα τρως χώμα, όλες τις ημέρες τής ζωής σου·
15και θα στήσω έχθρα ανάμεσα σε σένα και στη γυναίκα, κι ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της· αυτό θα σου συντρίψει το κεφάλι, κι εσύ θα του λογχίσεις τη φτέρνα του.
16Και στη γυναίκα είπε: Θα υπερπληθύνω τις λύπες σου και [τους πόνους] της κυοφορίας σου· με λύπες θα γεννάς παιδιά· και στον άνδρα σου [θα είναι] η επιθυμία σου, κι αυτός θα σε εξουσιάζει.
17Και στον Αδάμ είπε: Επειδή υπάκουσες στον λόγο τής γυναίκας σου, και έφαγες από το δέντρο, από το οποίο σε είχα προστάξει λέγοντας: Μη φας απ' αυτό, καταραμένη [να είναι] η γη εξαιτίας σου· με λύπες θα τρως [τους καρπούς] της όλες τις ημέρες τής ζωής σου·
18αγκάθια δε και τριβόλια θα βλαστάνει σε σένα· και θα τρως το χορτάρι τού χωραφιού·
19με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί [σου], μέχρις ότου επιστρέψεις στη γη, από την οποία πάρθηκες· επειδή, γη είσαι και σε γη θα επιστρέψεις.
Ιωάννην 4:1-42
1ΚΑΘΩΣ, λοιπόν, ο Κύριος έμαθε ότι οι Φαρισαίοι άκουσαν πως ο Ιησούς κάνει περισσότερους μαθητές, και βαπτίζει, παρά ο Ιωάννης,
2(αν και ο ίδιος ο Ιησούς δεν βάπτιζε, αλλά οι μαθητές του)·
3άφησε την Ιουδαία, και αναχώρησε πάλι για τη Γαλιλαία.
4Έπρεπε, μάλιστα, να περάσει διαμέσου της Σαμάρειας.
5Έρχεται, λοιπόν, στην πόλη τής Σαμάρειας, που την έλεγαν Σιχάρ, κοντά στο χωράφι, που ο Ιακώβ έδωσε στον Ιωσήφ, τον γιο του.
6Και υπήρχε εκεί μια πηγή τού Ιακώβ. Ο Ιησούς, λοιπόν, κουρασμένος καθώς ήταν από την οδοιπορία, καθόταν, έτσι [όπως ήταν], στην πηγή. Η ώρα ήταν περίπου έξι.
7Έρχεται [κάποια] γυναίκα από τη Σαμάρεια για να αντλήσει νερό. Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Δος μου να πιω.
8Επειδή, οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη, για να αγοράσουν τροφές.
9Του λέει, λοιπόν, η γυναίκα η Σαμαρείτισσα: Πώς εσύ, ενώ είσαι Ιουδαίος, ζητάς να πιεις από μένα, που είμαι γυναίκα Σαμαρείτισσα; Επειδή, δεν έχουν επικοινωνία οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες.
10Ο Ιησούς αποκρίθηκε και της είπε: Αν ήξερες τη δωρεά τού Θεού, και ποιος είναι αυτός που σου λέει: Δος μου να πιω, εσύ θα ζητούσες απ' αυτόν, και θα σου έδινε το ζωντανό νερό.
11Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Κύριε, ούτε δοχείο άντλησης έχεις, και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού, λοιπόν, έχεις το ζωντανό νερό;
12Μήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον πατέρα μας, τον Ιακώβ, που μας έδωσε το πηγάδι, και ήπιε απ' αυτό αυτός, και οι γιοι του, και τα ζωντανά του;
13Ο Ιησούς αποκρίθηκε και της είπε: Καθένας που πίνει από τούτο το νερό, θα διψάσει ξανά·
14όποιος, όμως, πιει από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει στον αιώνα· αλλά, το νερό που θα δώσω σ' αυτόν, θα γίνει μέσα του πηγή νερού, που θα αναβλύζει σε αιώνια ζωή.
15Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Κύριε, δος μου αυτό το νερό, για να μη διψάω ούτε να έρχομαι εδώ να αντλώ.
16Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Πήγαινε, κάλεσε τον άνδρα σου κι έλα εδώ.
17Η γυναίκα απάντησε και είπε: Δεν έχω άνδρα. Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Σωστά είπες, ότι: Δεν έχω άνδρα·
18επειδή, πέντε άνδρες πήρες, και [εκείνον] που έχεις τώρα, δεν είναι άνδρας σου· αυτό [που] είπες [είναι] αλήθεια.
19Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης.
20Οι πατέρες μας προσκύνησαν σε τούτο το βουνό· κι εσείς λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος, όπου πρέπει να προσκυνούμε.
21Ο Ιησούς τής λέει: Γυναίκα, πίστεψέ με, ότι, έρχεται ώρα, κατά την οποία ούτε σε τούτο το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήσετε τον Πατέρα.
22Εσείς προσκυνάτε [εκείνο] που δεν ξέρετε· εμείς προσκυνούμε [εκείνο] που ξέρουμε· επειδή, η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους.
23Όμως, έρχεται ώρα, και ήδη είναι, όταν οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Πατέρα με πνεύμα και με αλήθεια· επειδή, ο Πατέρας τέτοιου είδους ζητάει [να είναι] εκείνοι που τον προσκυνούν.
24Ο Θεός [είναι] πνεύμα· και εκείνοι που τον προσκυνούν με πνεύμα και με αλήθεια πρέπει να [τον] προσκυνούν.
25Η γυναίκα λέει σ' αυτόν: Ξέρω ότι έρχεται ο Μεσσίας, αυτός που λέγεται Χριστός· όταν έρθει εκείνος, θα μας [τα] αναγγείλει όλα.
26Ο Ιησούς λέει σ' αυτήν: Εγώ είμαι, αυτός που σου μιλάει.
27Κι επάνω σ' αυτό ήρθαν οι μαθητές του, και θαύμασαν ότι μιλούσε με γυναίκα· κανένας, όμως, δεν είπε: Τι ζητάς; Ή, γιατί μιλάς μαζί της;
28Η γυναίκα άφησε, λοιπόν, τη στάμνα της, και πήγε στην πόλη, και λέει στους ανθρώπους:
29Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο, που μου είπε όλα όσα έκανα· μήπως είναι αυτός ο Χριστός;
30Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη, και έρχονταν σ' αυτόν.
31Εντωμεταξύ, όμως, οι μαθητές τον παρακαλούσαν, λέγοντας: Ραββί, φάε.
32Και εκείνος είπε σ' αυτούς: Εγώ έχω φαγητό να φάω, που εσείς δεν ξέρετε.
33Έλεγαν, λοιπόν, οι μαθητές του αναμεταξύ τους: Μήπως του έφερε κάποιος να φάει;
34Ο Ιησούς λέει σ' αυτούς: Το δικό μου φαγητό είναι να πράττω το θέλημα εκείνου που με απέστειλε, και να τελειώσω το έργο του.
35Δεν λέτε εσείς ότι, τέσσερις μήνες είναι ακόμα, και έρχεται ο θερισμός; Προσέξτε, σας λέω, σηκώστε ψηλά τα μάτια σας, και δείτε τα χωράφια, ότι είναι κιόλας άσπρα για θερισμό.
36Και εκείνος που θερίζει παίρνει μισθό, και μαζεύει καρπό για αιώνια ζωή, για να χαίρεται μαζί και εκείνος που σπέρνει και εκείνος που θερίζει.
37Επειδή, σε τούτο αληθεύει ο λόγος, ότι: Άλλος είναι εκείνος που σπέρνει, και άλλος εκείνος που θερίζει.
38Εγώ σας απέστειλα για να θερίζετε [εκείνο] στο οποίο εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι κοπίασαν, κι εσείς μπήκατε μέσα στον κόπο τους.
39Από την πόλη εκείνη, μάλιστα, πολλοί από τους Σαμαρείτες πίστεψαν σ' αυτόν, εξαιτίας τού λόγου τής γυναίκας που έδινε μαρτυρία, ότι: Μου είπε όλα όσα έπραξα.
40Καθώς, λοιπόν, ήρθαν σ' αυτόν οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσαν να μείνει κοντά τους. Και έμεινε εκεί δύο ημέρες.
41Και πολύ περισσότεροι πίστεψαν εξαιτίας τού λόγου του·
42και έλεγαν στη γυναίκα, ότι: Δεν πιστεύουμε πλέον εξαιτίας τού λόγου σου· επειδή, εμείς ακούσαμε, και γνωρίζουμε ότι αυτός είναι αληθινά ο Σωτήρας τού κόσμου, ο Χριστός.
Α΄ Κορινθίους 7:25-40
25Για τις παρθένες, όμως, προσταγή τού Κυρίου δεν έχω· αλλά, γνώμη δίνω, ως ελεημένος τού Κυρίου να είμαι πιστός.
26Τούτο, λοιπόν, νομίζω ότι [είναι] καλό για την παρούσα ανάγκη, ότι στον άνθρωπο είναι καλό να είναι έτσι:
27Είσαι δεσμευμένος με γυναίκα; Μη ζητάς λύση. Είσαι αποδεσμευμένος από γυναίκα; Μη ζητάς γυναίκα.
28Όμως, και αν έρθεις σε γάμο, δεν αμάρτησες· και αν η παρθένα έρθει σε γάμο, δεν αμάρτησε· αλλά, οι άνθρωποι αυτής τής κατηγορίας θα έχουν θλίψη στη σάρκα τους· και εγώ σας λυπάμαι.
29Λέω, όμως, τούτο, αδελφοί, ότι ο υπόλοιπος καιρός είναι σύντομος· ώστε, και εκείνοι που έχουν γυναίκες, να είναι σαν να μη έχουν·
30και εκείνοι που κλαίνε, σαν να μη κλαίνε· και εκείνοι που χαίρονται, σαν να μη χαίρονται· και εκείνοι που αγοράζουν, σαν να μη [τα] έχουν σε κατοχή·
31και εκείνοι που μεταχειρίζονται τούτο τον κόσμο, σαν να μη [τον] μεταχειρίζονται καθόλου· επειδή, το σχήμα τούτου τού κόσμου παρέρχεται.
32Θέλω, μάλιστα, να είστε αμέριμνοι· ο άγαμος μεριμνάει γι' αυτά που είναι τού Κυρίου, πώς να αρέσει στον Κύριο·
33ενώ αυτός που έχει έρθει σε γάμο μεριμνάει γι' αυτά που είναι τού κόσμου, πώς να αρέσει στη γυναίκα.
34Διαφέρει η γυναίκα και η παρθένα· η άγαμη μεριμνάει [γι'] αυτά που είναι τού Κυρίου, για να είναι αγία, και στο σώμα και στο πνεύμα· ενώ, αυτή που ήρθε σε γάμο, μεριμνάει [γι'] αυτά που [είναι] τού κόσμου, πώς να αρέσει στον άνδρα.
35Και το λέω αυτό για το δικό σας συμφέρον· όχι για να βάλω σε σας παγίδα, αλλά για το σεμνοπρεπές, και για να είστε προσκολλημένοι στον Κύριο, χωρίς περισπασμούς.
36Αλλά, αν κάποιος νομίζει ότι ασχημονεί στη δική του παρθένα, αν παρήλθε η ακμή της, και πρέπει να γίνει έτσι, ας κάνει ό,τι θέλει, δεν αμαρτάνει· ας έρχονται σε γάμο.
37Όποιος, όμως, στέκεται στερεός στην καρδιά του, μη έχοντας ανάγκη, και έχει εξουσία για το δικό [του] θέλημα, και το αποφάσισε μέσα στην καρδιά του, να διατηρεί τη δική του παρθένα, ενεργεί καλώς.
38Ώστε, και όποιος δίνει σε γάμο, ενεργεί καλώς· αλλά, εκείνος που δεν δίνει σε γάμο, ενεργεί καλύτερα.
39Η γυναίκα είναι δεσμευμένη διαμέσου τού νόμου για όσον καιρό ζει ο άνδρας της· αν, όμως, ο άνδρας της πεθάνει, είναι ελεύθερη νάρθει σε γάμο με όποιον άνδρα θέλει, μόνον [τούτο να γίνεται] εν Κυρίω.
40Είναι, όμως, μακαριότερη αν μείνει έτσι, κατά τη δική μου γνώμη· νομίζω δε ότι και εγώ έχω Πνεύμα Θεού.